헬라어 단어 색인 Language

'3군 변화 명사'에 속하는 헬라어 단어 (3815)

ῥῖγος
(명사), 서리, 감기, 결빙
ῥίζωμα
(명사), 줄기, 뿌리, 종족, 근본
ῥίζωσις
(명사), a taking root, beginning life
ῥινόκερως
(명사), the rhinoceros or nosehorn
ῥιπίς
(명사), a fan for raising the fire##a lady's fan
ῥίς
(명사), 코##
ῥίψασπις
(명사), throwing away his shield in battle, a recreant
ῥῖψις
(명사), 던지기, 투척, 던짐, 주조####
ῥοδόχρως
(명사),
ῥοθιάς
(명사), dashing
ῥοίβδησις
(명사), 휙휙 소리, 쉭 소리, 치찰음
ῥοίζημα
(명사), a rushing, whirring noise or motion
ῥύαξ
(명사), 급류
ῥύγχος
(명사), snout, the nose of an animal, muzzle##beak of a bird
ῥῦμα
(명사), 그림##미사일 발사기, 발포기####보호, 방어, 대피소, 누벽
ῥύμμα
(명사), 비누
ῥυσίπολις
(명사), saving the city
ῥύσις
(명사), 흐름, 유동##
ῥυσότης
(명사), wrinkledness, wrinkles
ῥυστακτύς
(명사), a dragging about, maltreatment
ῥυταγωγεύς
(명사), the rope of a horse's halter
ρυτήρ
(명사), 서랍, 끄는 사람, 배수하는 사람##흔적, 혁대, 끈, 형적, 자취, 채찍질##수호자, 방어자, 옹호자, 보호자
ῥυτίς
(명사), 주름, 접은 자국
ῥύτωρ
(명사), 구원자, 여호수아, 구세주
ῥωγάς
(명사), ragged, cloven
ῥώθων
(명사), 코
ῥώξ
(명사), 금, 결함, 공허
ῥώψ
(명사), 관목, 덤불, 묘목, 식물, 잡목림, 관목숲
σάγαρις
(명사), a single edged axe or bill
σάγμα
(명사), 덮개, 잎집, 톱, 뚜껑####더미, 나무더미

SEARCH

MENU NAVIGATION