헬라어 단어 색인 Language

'1군 변화 명사'에 속하는 헬라어 단어 (4084)

μέρμηρα
(명사), 곤란, 문제, 수고
μεσημβρία
(명사), 정오, 낮##남쪽, 남부, 남방
μεσιτεία
(명사), mediation, negotiation
μεσίτης
(명사), 중재인, 판사, 심판, 결정자
μεσοβασιλεία
(명사), an interregnum
μεσόδμη
(명사), something built between, bays or compartments between##a box amidships
μεταβολή
(명사), 변화, 전환, 거스름돈##교환, 교류, 거스름돈, 잔돈##변화, 전환, 거스름돈, 변환, 변동, 전화, 잔돈, 우수리, 변경, 변천##식, 월식##혁명, 변화, 순환##
μετάγνοια
(명사), 양심, 유감, 참회
μεταδρομή
(명사), 기술, 추격, 추적
μεταίτης
(명사), 거렁뱅이, 거지
μεταλλαγή
(명사), 변화, 전환, 거스름돈, 변환, 변동##
μεταλλεία
(명사), 광업
μεταλλευτής
(명사), 광부, 여성 광부, 광산에서 일하는 사람
μεταμέλεια
(명사), 후회, 유감, 아쉬움, 참회
μεταναιέτης
(명사), one who dwells with
μετανάστης
(명사), 방랑자, 부랑자
μετανάστρια
(명사), 방랑자, 부랑자
μετάνοια
(명사), 후회, 유감, 참회
μέταξα
(명사), 날 비단
μεταπαυσωλή
(명사), rest between-whiles, from war
μεταρσιολεσχία
(명사),
μέτασσαι
(명사), born midway
μεταστροφή
(명사), 사이시옷
μετατροπή
(명사), 응보, 보복, 앙갚음
μετατροπία
(명사), a turn of fortune, a reverse
μεταφορά̄
(명사), ##비유, 은유
μετεωρολέσχης
(명사), one who prates on things above, a star-gazer, visionary
μετεωρολογία
(명사), discussion of high things
μετεωροσοφιστής
(명사), an astrological sophist
μετοικεσία
(명사), the Removal or Captivity

SEARCH

MENU NAVIGATION