Greek Lexicon Indices

'Feminine Noun'에 속하는 헬라어 단어 (3992)

συμπάθεια
(Noun), 동정, 공감##사랑, 애정##천상의 존재의 친화##비유, 유추
συμπαθία
(Noun),
συμπαράταξις
(Noun), meeting in battle
συμπεριπλοκή
(Noun), inter-connexion
συμπλοκή
(Noun), an intertwining, complication##a close struggle or engagement
συμπολιτεία
(Noun), 동맹, 리그, 연맹, 협회
συμποσία
(Noun), a drinking together
σύμπτωσις
(Noun), ##회의, 공격, 만남
συμφοίτησις
(Noun), a going to school together
συμφορά̄
(Noun), 기여, 수집, 기부, 관세##기회, 행사, 충격, 결##불운, 불행, 재난, 사고##파이팅, 행운, 성공
συμφόρησις
(Noun), a bringing together
συμφρόνησις
(Noun), 합의, 조화, 동의
συμφωνίᾱ
(Noun), 교향곡, 화음##합의, 조화, 일치####음악, 무용 음악##밴드, 부대, 악단####조화, 합의, 일치, 동의
συναγγία
(Noun), a confined space
συνάγκεια
(Noun),
συναγωγή
(Noun), 모임, 회합, 집합##회의, 만남, 집합, 모임######종합, 연상##결론, 끝
συναλγηδών
(Noun), joint grief, partners in pain
συναλλαγή
(Noun), 교류, 교환##상업, 장사, 교역##참전, 사건, 개입하는, 적대하는, 정반대의, 우발적 사건, 사고
συνανατολή
(Noun), a rising together
συνάντησις
(Noun), 회의, 만남
συναρχία
(Noun), joint administration##the collective magistracy
συναυλία
(Noun), ##음악회, 콘서트##
συναύξησις
(Noun), common growth
συναφή
(Noun), 연결, 연합, 관계
σύναψις
(Noun), 연락, 콘택트####연합, 다발, 연방##동맹, 리그
συνδιαίτησις
(Noun), 동거
συνδρομή
(Noun), ##결론, 끝, 마무리
συνεδρεία
(Noun),
συνεδρία
(Noun), ##위원회, 자문기관
συνείδησις
(Noun), 의식, 스스로에 대한 지식##양심

SEARCH

MENU NAVIGATION