헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κροταλίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κροταλίζω

형태분석: κροταλίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: kro/talon

  1. ~로 헤엄쳐가다, 항해하다
  1. to use rattles or castanets, were rattling, along

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κροταλίζω

(나는) ~로 헤엄쳐간다

κροταλίζεις

(너는) ~로 헤엄쳐간다

κροταλίζει

(그는) ~로 헤엄쳐간다

쌍수 κροταλίζετον

(너희 둘은) ~로 헤엄쳐간다

κροταλίζετον

(그 둘은) ~로 헤엄쳐간다

복수 κροταλίζομεν

(우리는) ~로 헤엄쳐간다

κροταλίζετε

(너희는) ~로 헤엄쳐간다

κροταλίζουσιν*

(그들은) ~로 헤엄쳐간다

접속법단수 κροταλίζω

(나는) ~로 헤엄쳐가자

κροταλίζῃς

(너는) ~로 헤엄쳐가자

κροταλίζῃ

(그는) ~로 헤엄쳐가자

쌍수 κροταλίζητον

(너희 둘은) ~로 헤엄쳐가자

κροταλίζητον

(그 둘은) ~로 헤엄쳐가자

복수 κροταλίζωμεν

(우리는) ~로 헤엄쳐가자

κροταλίζητε

(너희는) ~로 헤엄쳐가자

κροταλίζωσιν*

(그들은) ~로 헤엄쳐가자

기원법단수 κροταλίζοιμι

(나는) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

κροταλίζοις

(너는) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

κροταλίζοι

(그는) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

쌍수 κροταλίζοιτον

(너희 둘은) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

κροταλιζοίτην

(그 둘은) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

복수 κροταλίζοιμεν

(우리는) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

κροταλίζοιτε

(너희는) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

κροταλίζοιεν

(그들은) ~로 헤엄쳐가기를 (바라다)

명령법단수 κροτάλιζε

(너는) ~로 헤엄쳐가라

κροταλιζέτω

(그는) ~로 헤엄쳐가라

쌍수 κροταλίζετον

(너희 둘은) ~로 헤엄쳐가라

κροταλιζέτων

(그 둘은) ~로 헤엄쳐가라

복수 κροταλίζετε

(너희는) ~로 헤엄쳐가라

κροταλιζόντων, κροταλιζέτωσαν

(그들은) ~로 헤엄쳐가라

부정사 κροταλίζειν

~로 헤엄쳐가는 것

분사 남성여성중성
κροταλιζων

κροταλιζοντος

κροταλιζουσα

κροταλιζουσης

κροταλιζον

κροταλιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κροταλίζομαι

κροταλίζει, κροταλίζῃ

κροταλίζεται

쌍수 κροταλίζεσθον

κροταλίζεσθον

복수 κροταλιζόμεθα

κροταλίζεσθε

κροταλίζονται

접속법단수 κροταλίζωμαι

κροταλίζῃ

κροταλίζηται

쌍수 κροταλίζησθον

κροταλίζησθον

복수 κροταλιζώμεθα

κροταλίζησθε

κροταλίζωνται

기원법단수 κροταλιζοίμην

κροταλίζοιο

κροταλίζοιτο

쌍수 κροταλίζοισθον

κροταλιζοίσθην

복수 κροταλιζοίμεθα

κροταλίζοισθε

κροταλίζοιντο

명령법단수 κροταλίζου

κροταλιζέσθω

쌍수 κροταλίζεσθον

κροταλιζέσθων

복수 κροταλίζεσθε

κροταλιζέσθων, κροταλιζέσθωσαν

부정사 κροταλίζεσθαι

분사 남성여성중성
κροταλιζομενος

κροταλιζομενου

κροταλιζομενη

κροταλιζομενης

κροταλιζομενον

κροταλιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκροτάλιζον

(나는) ~로 헤엄쳐가고 있었다

ἐκροτάλιζες

(너는) ~로 헤엄쳐가고 있었다

ἐκροτάλιζεν*

(그는) ~로 헤엄쳐가고 있었다

쌍수 ἐκροταλίζετον

(너희 둘은) ~로 헤엄쳐가고 있었다

ἐκροταλιζέτην

(그 둘은) ~로 헤엄쳐가고 있었다

복수 ἐκροταλίζομεν

(우리는) ~로 헤엄쳐가고 있었다

ἐκροταλίζετε

(너희는) ~로 헤엄쳐가고 있었다

ἐκροτάλιζον

(그들은) ~로 헤엄쳐가고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκροταλιζόμην

ἐκροταλίζου

ἐκροταλίζετο

쌍수 ἐκροταλίζεσθον

ἐκροταλιζέσθην

복수 ἐκροταλιζόμεθα

ἐκροταλίζεσθε

ἐκροταλίζοντο

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION