헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ζευγίτης

3군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ζευγίτης ζευγίτες

형태분석: ζευγιτη (어간) + ς (어미)

어원: zeu=gos

  1. yoked in pairs, in the same rank
  2. their being able to keep a team of oxen

곡용 정보

3군 변화
남/여성 중성
단수주격 ζευγίτης

(이)가

ζεύγιτες

(것)가

속격 ζευγίτους

(이)의

ζευγίτους

(것)의

여격 ζευγίτει

(이)에게

ζευγίτει

(것)에게

대격 ζευγίτη

(이)를

ζεύγιτες

(것)를

호격 ζευγίτες

(이)야

ζεύγιτες

(것)야

쌍수주/대/호 ζευγίτει

(이)들이

ζευγίτει

(것)들이

속/여 ζευγίτοιν

(이)들의

ζευγίτοιν

(것)들의

복수주격 ζευγίτεις

(이)들이

ζευγίτη

(것)들이

속격 ζευγίτων

(이)들의

ζευγίτων

(것)들의

여격 ζευγίτεσιν*

(이)들에게

ζευγίτεσιν*

(것)들에게

대격 ζευγίτεις

(이)들을

ζευγίτη

(것)들을

호격 ζευγίτεις

(이)들아

ζευγίτη

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • εἰ δέ τισ τῶν βουλευτῶν, ὅταν ἕδρα βουλῆσ ἢ ἐκκλησίασ ᾖ, ἐκλείποι τὴν σύνοδον, ἀπέτινον ὁ μὲν πεντακοσιομέδιμνοσ τρεῖσ δραχμάσ, ὁ δὲ ἱππεὺσ δύο, ζευγίτησ δὲ μίαν. (Aristotle, Athenian Constitution, work Ath. Pol., chapter 4 3:4)

    (아리스토텔레스, 아테네인들의 정치체제, work Ath. Pol., chapter 4 3:4)

  • Νόμοσ τῶν ἐπικλήρων ὅσαι θητικὸν τελοῦσιν, ἐὰν μὴ βούληται ἔχειν ὁ ἐγγύτατα γένουσ, ἐκδιδότω ἐπιδοὺσ ὁ μὲν πεντακοσιομέδιμνοσ πεντακοσίασ δραχμάσ, ὁ δ’ ἱππεὺσ τριακοσίασ, ὁ δὲ ζευγίτησ ἑκατὸν πεντήκοντα, πρὸσ οἷσ αὐτῆσ. (Demosthenes, Speeches 41-50, 78:1)

    (데모스테네스, Speeches 41-50, 78:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION