헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περικρεμάννυμι

-νυμι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περικρεμάννυμι

형태분석: περι (접두사) + κρεμάννυ (어간) + μι (인칭어미)

  1. 거치적거리다, 고수하다, 고집하다, 매달리다
  1. to hang round, to hang round, to cling to

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικρεμάννυμι

(나는) 거치적거린다

περικρέμαννυς

(너는) 거치적거린다

περικρεμάννυσιν*

(그는) 거치적거린다

쌍수 περικρεμάννυτον

(너희 둘은) 거치적거린다

περικρεμάννυτον

(그 둘은) 거치적거린다

복수 περικρεμάννυμεν

(우리는) 거치적거린다

περικρεμάννυτε

(너희는) 거치적거린다

περικρεμαννύᾱσιν*

(그들은) 거치적거린다

접속법단수 περικρεμαννύω

(나는) 거치적거리자

περικρεμαννύῃς

(너는) 거치적거리자

περικρεμαννύῃ

(그는) 거치적거리자

쌍수 περικρεμαννύητον

(너희 둘은) 거치적거리자

περικρεμαννύητον

(그 둘은) 거치적거리자

복수 περικρεμαννύωμεν

(우리는) 거치적거리자

περικρεμαννύητε

(너희는) 거치적거리자

περικρεμαννύωσιν*

(그들은) 거치적거리자

기원법단수 περικρεμαννύοιμι

(나는) 거치적거리기를 (바라다)

περικρεμαννύοις

(너는) 거치적거리기를 (바라다)

περικρεμαννύοι

(그는) 거치적거리기를 (바라다)

쌍수 περικρεμαννύοιτον

(너희 둘은) 거치적거리기를 (바라다)

περικρεμαννυοίτην

(그 둘은) 거치적거리기를 (바라다)

복수 περικρεμαννύοιμεν

(우리는) 거치적거리기를 (바라다)

περικρεμαννύοιτε

(너희는) 거치적거리기를 (바라다)

περικρεμαννύοιεν

(그들은) 거치적거리기를 (바라다)

명령법단수 περικρέμαννυ

(너는) 거치적거려라

περικρεμαννύτω

(그는) 거치적거려라

쌍수 περικρεμάννυτον

(너희 둘은) 거치적거려라

περικρεμαννύτων

(그 둘은) 거치적거려라

복수 περικρεμάννυτε

(너희는) 거치적거려라

περικρεμαννύντων

(그들은) 거치적거려라

부정사 περικρεμαννύναι

거치적거리는 것

분사 남성여성중성
περικρεμαννῡς

περικρεμαννυντος

περικρεμαννῡσα

περικρεμαννῡσης

περικρεμαννυν

περικρεμαννυντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικρεμάννυμαι

περικρεμάννυσαι

περικρεμάννυται

쌍수 περικρεμάννυσθον

περικρεμάννυσθον

복수 περικρεμαννύμεθα

περικρεμάννυσθε

περικρεμάννυνται

접속법단수 περικρεμαννύωμαι

περικρεμαννύῃ

περικρεμαννύηται

쌍수 περικρεμαννύησθον

περικρεμαννύησθον

복수 περικρεμαννυώμεθα

περικρεμαννύησθε

περικρεμαννύωνται

기원법단수 περικρεμαννυοίμην

περικρεμαννύοιο

περικρεμαννύοιτο

쌍수 περικρεμαννύοισθον

περικρεμαννυοίσθην

복수 περικρεμαννυοίμεθα

περικρεμαννύοισθε

περικρεμαννύοιντο

명령법단수 περικρεμάννυσο

περικρεμαννύσθω

쌍수 περικρεμάννυσθον

περικρεμαννύσθων

복수 περικρεμάννυσθε

περικρεμαννύσθων

부정사 περικρεμάννυσθαι

분사 남성여성중성
περικρεμαννυμενος

περικρεμαννυμενου

περικρεμαννυμενη

περικρεμαννυμενης

περικρεμαννυμενον

περικρεμαννυμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιεκρέμαννυν

(나는) 거치적거리고 있었다

περιεκρέμαννυς

(너는) 거치적거리고 있었다

περιεκρέμαννυν*

(그는) 거치적거리고 있었다

쌍수 περιεκρεμάννυτον

(너희 둘은) 거치적거리고 있었다

περιεκρεμαννύτην

(그 둘은) 거치적거리고 있었다

복수 περιεκρεμάννυμεν

(우리는) 거치적거리고 있었다

περιεκρεμάννυτε

(너희는) 거치적거리고 있었다

περιεκρεμάννυσαν

(그들은) 거치적거리고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιεκρεμαννύμην

περιεκρεμαννύου, περιεκρεμάννυσο

περιεκρεμάννυτο

쌍수 περιεκρεμάννυσθον

περιεκρεμαννύσθην

복수 περιεκρεμαννύμεθα

περιεκρεμάννυσθε

περιεκρεμάννυντο

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 거치적거리다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION