헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περικακέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περικακέω

형태분석: περικακέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: kako/s

  1. to be in extreme ill-luck

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικάκω

περικάκεις

περικάκει

쌍수 περικάκειτον

περικάκειτον

복수 περικάκουμεν

περικάκειτε

περικάκουσιν*

접속법단수 περικάκω

περικάκῃς

περικάκῃ

쌍수 περικάκητον

περικάκητον

복수 περικάκωμεν

περικάκητε

περικάκωσιν*

기원법단수 περικάκοιμι

περικάκοις

περικάκοι

쌍수 περικάκοιτον

περικακοίτην

복수 περικάκοιμεν

περικάκοιτε

περικάκοιεν

명령법단수 περικᾶκει

περικακεῖτω

쌍수 περικάκειτον

περικακεῖτων

복수 περικάκειτε

περικακοῦντων, περικακεῖτωσαν

부정사 περικάκειν

분사 남성여성중성
περικακων

περικακουντος

περικακουσα

περικακουσης

περικακουν

περικακουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικάκουμαι

περικάκει, περικάκῃ

περικάκειται

쌍수 περικάκεισθον

περικάκεισθον

복수 περικακοῦμεθα

περικάκεισθε

περικάκουνται

접속법단수 περικάκωμαι

περικάκῃ

περικάκηται

쌍수 περικάκησθον

περικάκησθον

복수 περικακώμεθα

περικάκησθε

περικάκωνται

기원법단수 περικακοίμην

περικάκοιο

περικάκοιτο

쌍수 περικάκοισθον

περικακοίσθην

복수 περικακοίμεθα

περικάκοισθε

περικάκοιντο

명령법단수 περικάκου

περικακεῖσθω

쌍수 περικάκεισθον

περικακεῖσθων

복수 περικάκεισθε

περικακεῖσθων, περικακεῖσθωσαν

부정사 περικάκεισθαι

분사 남성여성중성
περικακουμενος

περικακουμενου

περικακουμενη

περικακουμενης

περικακουμενον

περικακουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION