헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παραπαφίσκω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παραπαφίσκω παρήπαφον

형태분석: παρ (접두사) + ἀπαφίσκ (어간) + ω (인칭어미)

어원: only in aor2 parh/pafon

  1. 하다, 같이하다, 만들다, 속이다, 동요시키다, 잡다
  1. to mislead, beguile, to induce, to do, by craft or fraud

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραπαφίσκω

(나는) 한다

παραπαφίσκεις

(너는) 한다

παραπαφίσκει

(그는) 한다

쌍수 παραπαφίσκετον

(너희 둘은) 한다

παραπαφίσκετον

(그 둘은) 한다

복수 παραπαφίσκομεν

(우리는) 한다

παραπαφίσκετε

(너희는) 한다

παραπαφίσκουσιν*

(그들은) 한다

접속법단수 παραπαφίσκω

(나는) 하자

παραπαφίσκῃς

(너는) 하자

παραπαφίσκῃ

(그는) 하자

쌍수 παραπαφίσκητον

(너희 둘은) 하자

παραπαφίσκητον

(그 둘은) 하자

복수 παραπαφίσκωμεν

(우리는) 하자

παραπαφίσκητε

(너희는) 하자

παραπαφίσκωσιν*

(그들은) 하자

기원법단수 παραπαφίσκοιμι

(나는) 하기를 (바라다)

παραπαφίσκοις

(너는) 하기를 (바라다)

παραπαφίσκοι

(그는) 하기를 (바라다)

쌍수 παραπαφίσκοιτον

(너희 둘은) 하기를 (바라다)

παραπαφισκοίτην

(그 둘은) 하기를 (바라다)

복수 παραπαφίσκοιμεν

(우리는) 하기를 (바라다)

παραπαφίσκοιτε

(너희는) 하기를 (바라다)

παραπαφίσκοιεν

(그들은) 하기를 (바라다)

명령법단수 παραπάφισκε

(너는) 해라

παραπαφισκέτω

(그는) 해라

쌍수 παραπαφίσκετον

(너희 둘은) 해라

παραπαφισκέτων

(그 둘은) 해라

복수 παραπαφίσκετε

(너희는) 해라

παραπαφισκόντων, παραπαφισκέτωσαν

(그들은) 해라

부정사 παραπαφίσκειν

하는 것

분사 남성여성중성
παραπαφισκων

παραπαφισκοντος

παραπαφισκουσα

παραπαφισκουσης

παραπαφισκον

παραπαφισκοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραπαφίσκομαι

(나는) 된다

παραπαφίσκει, παραπαφίσκῃ

(너는) 된다

παραπαφίσκεται

(그는) 된다

쌍수 παραπαφίσκεσθον

(너희 둘은) 된다

παραπαφίσκεσθον

(그 둘은) 된다

복수 παραπαφισκόμεθα

(우리는) 된다

παραπαφίσκεσθε

(너희는) 된다

παραπαφίσκονται

(그들은) 된다

접속법단수 παραπαφίσκωμαι

(나는) 되자

παραπαφίσκῃ

(너는) 되자

παραπαφίσκηται

(그는) 되자

쌍수 παραπαφίσκησθον

(너희 둘은) 되자

παραπαφίσκησθον

(그 둘은) 되자

복수 παραπαφισκώμεθα

(우리는) 되자

παραπαφίσκησθε

(너희는) 되자

παραπαφίσκωνται

(그들은) 되자

기원법단수 παραπαφισκοίμην

(나는) 되기를 (바라다)

παραπαφίσκοιο

(너는) 되기를 (바라다)

παραπαφίσκοιτο

(그는) 되기를 (바라다)

쌍수 παραπαφίσκοισθον

(너희 둘은) 되기를 (바라다)

παραπαφισκοίσθην

(그 둘은) 되기를 (바라다)

복수 παραπαφισκοίμεθα

(우리는) 되기를 (바라다)

παραπαφίσκοισθε

(너희는) 되기를 (바라다)

παραπαφίσκοιντο

(그들은) 되기를 (바라다)

명령법단수 παραπαφίσκου

(너는) 되어라

παραπαφισκέσθω

(그는) 되어라

쌍수 παραπαφίσκεσθον

(너희 둘은) 되어라

παραπαφισκέσθων

(그 둘은) 되어라

복수 παραπαφίσκεσθε

(너희는) 되어라

παραπαφισκέσθων, παραπαφισκέσθωσαν

(그들은) 되어라

부정사 παραπαφίσκεσθαι

되는 것

분사 남성여성중성
παραπαφισκομενος

παραπαφισκομενου

παραπαφισκομενη

παραπαφισκομενης

παραπαφισκομενον

παραπαφισκομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρήπαφισκον

(나는) 하고 있었다

παρήπαφισκες

(너는) 하고 있었다

παρήπαφισκεν*

(그는) 하고 있었다

쌍수 παρηπᾶφισκετον

(너희 둘은) 하고 있었다

παρηπάφισκετην

(그 둘은) 하고 있었다

복수 παρηπᾶφισκομεν

(우리는) 하고 있었다

παρηπᾶφισκετε

(너희는) 하고 있었다

παρήπαφισκον

(그들은) 하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρηπάφισκομην

(나는) 되고 있었다

παρηπᾶφισκου

(너는) 되고 있었다

παρηπᾶφισκετο

(그는) 되고 있었다

쌍수 παρηπᾶφισκεσθον

(너희 둘은) 되고 있었다

παρηπάφισκεσθην

(그 둘은) 되고 있었다

복수 παρηπάφισκομεθα

(우리는) 되고 있었다

παρηπᾶφισκεσθε

(너희는) 되고 있었다

παρηπᾶφισκοντο

(그들은) 되고 있었다

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρῆπαφον

(나는) 했다

παρῆπαφες

(너는) 했다

παρῆπαφεν*

(그는) 했다

쌍수 παρήπαφετον

(너희 둘은) 했다

παρηπᾶφετην

(그 둘은) 했다

복수 παρήπαφομεν

(우리는) 했다

παρήπαφετε

(너희는) 했다

παρῆπαφον

(그들은) 했다

명령법단수 παράπαφε

(너는) 했어라

παραπαφέτω

(그는) 했어라

쌍수 παραπάφετον

(너희 둘은) 했어라

παραπαφέτων

(그 둘은) 했어라

복수 παραπάφετε

(너희는) 했어라

παραπαφόντων

(그들은) 했어라

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION