헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

νουβυστικός

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: νουβυστικός νουβυστική νουβυστικόν

형태분석: νουβυστικ (어간) + ος (어미)

어원: nou=s, bu/w

  1. 영리한, 똑똑한, 총명한
  1. choke-full of sense, clever

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 νουβυστικός

영리한 (이)가

νουβυστική

영리한 (이)가

νουβυστικόν

영리한 (것)가

속격 νουβυστικοῦ

영리한 (이)의

νουβυστικῆς

영리한 (이)의

νουβυστικοῦ

영리한 (것)의

여격 νουβυστικῷ

영리한 (이)에게

νουβυστικῇ

영리한 (이)에게

νουβυστικῷ

영리한 (것)에게

대격 νουβυστικόν

영리한 (이)를

νουβυστικήν

영리한 (이)를

νουβυστικόν

영리한 (것)를

호격 νουβυστικέ

영리한 (이)야

νουβυστική

영리한 (이)야

νουβυστικόν

영리한 (것)야

쌍수주/대/호 νουβυστικώ

영리한 (이)들이

νουβυστικᾱ́

영리한 (이)들이

νουβυστικώ

영리한 (것)들이

속/여 νουβυστικοῖν

영리한 (이)들의

νουβυστικαῖν

영리한 (이)들의

νουβυστικοῖν

영리한 (것)들의

복수주격 νουβυστικοί

영리한 (이)들이

νουβυστικαί

영리한 (이)들이

νουβυστικά

영리한 (것)들이

속격 νουβυστικῶν

영리한 (이)들의

νουβυστικῶν

영리한 (이)들의

νουβυστικῶν

영리한 (것)들의

여격 νουβυστικοῖς

영리한 (이)들에게

νουβυστικαῖς

영리한 (이)들에게

νουβυστικοῖς

영리한 (것)들에게

대격 νουβυστικούς

영리한 (이)들을

νουβυστικᾱ́ς

영리한 (이)들을

νουβυστικά

영리한 (것)들을

호격 νουβυστικοί

영리한 (이)들아

νουβυστικαί

영리한 (이)들아

νουβυστικά

영리한 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • γυναῖκα δ’ εἶναι πρᾶγμ’ ἔφη νουβυστικὸν καὶ χρηματοποιόν· (Aristophanes, Ecclesiazusae, Episode 3:13)

    (아리스토파네스, Ecclesiazusae, Episode 3:13)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION