Ancient Greek-English Dictionary

μεσόγραφος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: μεσόγραφος μεσόγραφον

Structure: μεσογραφ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: gra/fw

Sense

  1. drawn in the middle, a mean proportional

Examples

  • τὴν γὰρ ἀγαπωμένην ταύτην καὶ περιβόητον ὀργανικὴν ἤρξαντο μὲν κινεῖν οἱ περὶ Εὔδοξον καὶ Ἀρχύταν, ποικίλλοντεσ τῷ γλαφυρῷ γεωμετρίαν, καὶ λογικῆσ καὶ γραμμικῆσ ἀποδείξεωσ οὐκ εὐποροῦντα προβλήματα δι’ αἰσθητῶν καὶ ὀργανικῶν παραδειγμάτων ὑπερείδοντεσ, ὡσ τὸ περὶ δύο μέσασ ἀνὰ λόγον πρόβλημα καὶ στοιχεῖον ἐπὶ πολ λὰ τῶν γραφομένων ἀναγκαῖον εἰσ ὀργανικὰσ ἐξῆγον ἀμφότεροι κατασκευάσ, μεσογράφουσ τινὰσ ἀπὸ καμπύλων γραμμῶν καὶ τμημάτων μεθαρμόζοντεσ· (Plutarch, Marcellus, chapter 14 5:1)

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION