헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κωμῳδολοιχέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κωμῳδολοιχέω

형태분석: κωμῳδολοιχέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: lei/xw

  1. to play the parasite and buffoon

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κωμῳδολοίχω

κωμῳδολοίχεις

κωμῳδολοίχει

쌍수 κωμῳδολοίχειτον

κωμῳδολοίχειτον

복수 κωμῳδολοίχουμεν

κωμῳδολοίχειτε

κωμῳδολοίχουσιν*

접속법단수 κωμῳδολοίχω

κωμῳδολοίχῃς

κωμῳδολοίχῃ

쌍수 κωμῳδολοίχητον

κωμῳδολοίχητον

복수 κωμῳδολοίχωμεν

κωμῳδολοίχητε

κωμῳδολοίχωσιν*

기원법단수 κωμῳδολοίχοιμι

κωμῳδολοίχοις

κωμῳδολοίχοι

쌍수 κωμῳδολοίχοιτον

κωμῳδολοιχοίτην

복수 κωμῳδολοίχοιμεν

κωμῳδολοίχοιτε

κωμῳδολοίχοιεν

명령법단수 κωμῳδολοῖχει

κωμῳδολοιχεῖτω

쌍수 κωμῳδολοίχειτον

κωμῳδολοιχεῖτων

복수 κωμῳδολοίχειτε

κωμῳδολοιχοῦντων, κωμῳδολοιχεῖτωσαν

부정사 κωμῳδολοίχειν

분사 남성여성중성
κωμῳδολοιχων

κωμῳδολοιχουντος

κωμῳδολοιχουσα

κωμῳδολοιχουσης

κωμῳδολοιχουν

κωμῳδολοιχουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κωμῳδολοίχουμαι

κωμῳδολοίχει, κωμῳδολοίχῃ

κωμῳδολοίχειται

쌍수 κωμῳδολοίχεισθον

κωμῳδολοίχεισθον

복수 κωμῳδολοιχοῦμεθα

κωμῳδολοίχεισθε

κωμῳδολοίχουνται

접속법단수 κωμῳδολοίχωμαι

κωμῳδολοίχῃ

κωμῳδολοίχηται

쌍수 κωμῳδολοίχησθον

κωμῳδολοίχησθον

복수 κωμῳδολοιχώμεθα

κωμῳδολοίχησθε

κωμῳδολοίχωνται

기원법단수 κωμῳδολοιχοίμην

κωμῳδολοίχοιο

κωμῳδολοίχοιτο

쌍수 κωμῳδολοίχοισθον

κωμῳδολοιχοίσθην

복수 κωμῳδολοιχοίμεθα

κωμῳδολοίχοισθε

κωμῳδολοίχοιντο

명령법단수 κωμῳδολοίχου

κωμῳδολοιχεῖσθω

쌍수 κωμῳδολοίχεισθον

κωμῳδολοιχεῖσθων

복수 κωμῳδολοίχεισθε

κωμῳδολοιχεῖσθων, κωμῳδολοιχεῖσθωσαν

부정사 κωμῳδολοίχεισθαι

분사 남성여성중성
κωμῳδολοιχουμενος

κωμῳδολοιχουμενου

κωμῳδολοιχουμενη

κωμῳδολοιχουμενης

κωμῳδολοιχουμενον

κωμῳδολοιχουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION