헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

αὐτοκρατορικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: αὐτοκρατορικός

형태분석: αὐτοκρατορικ (어간) + ος (어미)

어원: From au)tokra/twr

  1. of or for an autocrat, despotically

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 αὐτοκρατορικός

(이)가

αὐτοκρατορική

(이)가

αὐτοκρατόρικον

(것)가

속격 αὐτοκρατορικοῦ

(이)의

αὐτοκρατορικῆς

(이)의

αὐτοκρατορίκου

(것)의

여격 αὐτοκρατορικῷ

(이)에게

αὐτοκρατορικῇ

(이)에게

αὐτοκρατορίκῳ

(것)에게

대격 αὐτοκρατορικόν

(이)를

αὐτοκρατορικήν

(이)를

αὐτοκρατόρικον

(것)를

호격 αὐτοκρατορικέ

(이)야

αὐτοκρατορική

(이)야

αὐτοκρατόρικον

(것)야

쌍수주/대/호 αὐτοκρατορικώ

(이)들이

αὐτοκρατορικᾱ́

(이)들이

αὐτοκρατορίκω

(것)들이

속/여 αὐτοκρατορικοῖν

(이)들의

αὐτοκρατορικαῖν

(이)들의

αὐτοκρατορίκοιν

(것)들의

복수주격 αὐτοκρατορικοί

(이)들이

αὐτοκρατορικαί

(이)들이

αὐτοκρατόρικα

(것)들이

속격 αὐτοκρατορικῶν

(이)들의

αὐτοκρατορικῶν

(이)들의

αὐτοκρατορίκων

(것)들의

여격 αὐτοκρατορικοῖς

(이)들에게

αὐτοκρατορικαῖς

(이)들에게

αὐτοκρατορίκοις

(것)들에게

대격 αὐτοκρατορικούς

(이)들을

αὐτοκρατορικᾱ́ς

(이)들을

αὐτοκρατόρικα

(것)들을

호격 αὐτοκρατορικοί

(이)들아

αὐτοκρατορικαί

(이)들아

αὐτοκρατόρικα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION