Ancient Greek-English Dictionary Language

ὠκήεις

First/Third declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὠκήεις ὠκήεσσα ὠκήεν

Structure: ὠκηεντ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: poetic form of w)ku/s, Anth.

Sense

Examples

  • τέκτονοσ ἄρμενα ταῦτα Λεοντίχου, αἵ τε χαρακταὶ ῥῖναι, καὶ κάλων οἱ ταχινοὶ βορέεσ, στάθμαι καὶ μιλτεῖα, καὶ αἱ σχεδὸν ἀμφιπλῆγεσ σφῦραι, καὶ μίλτῳ φυρόμενοι κανόνεσ, αἳ τ’ ἀρίδεσ, ξυστήρ τε, καὶ ἐστελεωμένοσ οὗτοσ ἐμβριθήσ, τέχνασ ὁ πρύτανισ, πέλεκυσ, τρύπανά τ’ εὐδίνητα, καὶ ὠκήεντα τέρετρα, καὶ γόμφων οὗτοι τοὶ πίσυρεσ τορέεσ, ἀμφίξουν τε σκέπαρνον· (Unknown, Greek Anthology, book 6, chapter 2051)

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION