τροφαλίς?
3군 변화 명사; 여성
자동번역
로마알파벳 전사: trophalis
고전 발음: [뜨로팔리스]
신약 발음: [뜨로팔리스]
기본형:
τροφαλίς
τροφαλίδος
형태분석:
τροφαλιδ
(어간)
+
ς
(어미)
어원: τρέφω I
곡용 정보
3군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- "καὶ γὰρ καὶ λάγυνον τουτονὶ παρηβηκότος ἥκω ὑμῖν κομίζων καὶ τυροῦ τροφαλίδας ^ καὶ ἐλαίας χαμαιπετεῖς - φυλάττω δ αὐτὰς ὑπὸ σφραγῖσιν θριπηδέστοις - καὶ ἄλλας ἐλαίας νευστὰς καὶ πήλινα ταυτὶ ποτήρια, ὀξυόστρακα, εὐπυνδάκωτα, ὡς ἐξ αὐτῶν πίνοιμεν, καὶ πλακοῦντα ἐξ ἐντέρων κρωβυλώδη τὴν πλοκήν. (Lucian, Lexiphanes, (no name) 13:1)
(루키아노스, Lexiphanes, (no name) 13:1)
- οὐ γὰρ ὁ Λάβης ἀρτίως ὁ κύων παρᾴξας ἐς τὸν ἰπνὸν ὑφαρπάσας τροφαλίδα τυροῦ Σικελικὴν κατεδήδοκεν· (Aristophanes, Wasps, Episode 2:13)
(아리스토파네스, Wasps, Episode 2:13)
- "ἔπειτα ἑκάστῳ παρατίθεται ἄρτος καθαρὸς εἰς πλάτος πεποιημένος, ἐφ ᾧ ἐπίκειται ἄρτος ἕτερος, ὃν κριβανίτην καλοῦσι, καὶ κρέας ὑειόν καὶ λεκάριον πτισάνης ἢ λαχάνου τοῦ κατὰ καιρὸν γινομένου ᾠά τε δύο καὶ τυροῦ τροφαλὶς σῦκά τε ξηρὰ καὶ πλακοῦς καὶ στέφανος, καὶ ὃς ἂν ἔξω τι τούτων ἱεροποιὸς παρασκευάσῃ ὑπὸ τῶν τιμούχων ζημιοῦται, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τοῖς σιτουμένοις ἐν πρυτανείῳ ἔξωθεν προσεισφέρειν τι βρώσιμον ἔξεστι, μόνα δὲ ταῦτα καταναλίσκουσι, τὰ ὑπολειπόμενα τοῖς οἰκέταις μεταδιδόντες, ταῖς δ ἄλλαις ἡμέραις πάσαις τοῦ ἐνιαυτοῦ ἔξεστι τῶν σιτουμένων τῷ βουλομένῳ ἀνελθόντι εἰς τὸ πρυτανεῖον δειπνεῖν, οἴκοθεν παρασκευάσαντα αὑτῷ λάχανόν τι ἢ τῶν ὀσπρίων καὶ τάριχος ἢ ἰχθύν, κρέως δὲ χοιρείου βραχύτατον, καὶ τούτων μεταλαμβάνων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 325)
(아테나이오스, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 325)
- τροφαλίδας τε λινοσάρκους. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 83 2:1)
(아테나이오스, The Deipnosophists, Book 10, book 10, chapter 83 2:1)
유의어
-
조각
- κόπαιον (조각, 낱)
- γήδιον (농장, 땅덩어리)
- τόμος (농장, 땅덩어리)
- πυρεῖον (pieces of wood)
- χρυσίον (금, 금빛, 귀금속)
- μόριον (몫, 부분, 조각)
- μυστίλη (a piece of bread)
- ἀπότιλμα (a piece plucked off)
- κολάκευμα (a piece of flattery)
- τόμος (조각, 낱, 한 조각)
- ναυάγιον (파편, 조각, 부스러기)