헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

τριηραρχικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: τριηραρχικός τριηραρχική τριηραρχικόν

형태분석: τριηραρχικ (어간) + ος (어미)

어원: from trihrarxi/a

  1. of or for the trierarchy

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 τριηραρχικός

(이)가

τριηραρχική

(이)가

τριηραρχικόν

(것)가

속격 τριηραρχικοῦ

(이)의

τριηραρχικῆς

(이)의

τριηραρχικοῦ

(것)의

여격 τριηραρχικῷ

(이)에게

τριηραρχικῇ

(이)에게

τριηραρχικῷ

(것)에게

대격 τριηραρχικόν

(이)를

τριηραρχικήν

(이)를

τριηραρχικόν

(것)를

호격 τριηραρχικέ

(이)야

τριηραρχική

(이)야

τριηραρχικόν

(것)야

쌍수주/대/호 τριηραρχικώ

(이)들이

τριηραρχικᾱ́

(이)들이

τριηραρχικώ

(것)들이

속/여 τριηραρχικοῖν

(이)들의

τριηραρχικαῖν

(이)들의

τριηραρχικοῖν

(것)들의

복수주격 τριηραρχικοί

(이)들이

τριηραρχικαί

(이)들이

τριηραρχικά

(것)들이

속격 τριηραρχικῶν

(이)들의

τριηραρχικῶν

(이)들의

τριηραρχικῶν

(것)들의

여격 τριηραρχικοῖς

(이)들에게

τριηραρχικαῖς

(이)들에게

τριηραρχικοῖς

(것)들에게

대격 τριηραρχικούς

(이)들을

τριηραρχικᾱ́ς

(이)들을

τριηραρχικά

(것)들을

호격 τριηραρχικοί

(이)들아

τριηραρχικαί

(이)들아

τριηραρχικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἔτι δ’ αἰκείασ καὶ ἐρανικὰσ καὶ κοινωνικὰσ καὶ ἀνδραπόδων καὶ ὑποζυγίων καὶ τριηραρχικὰσ καὶ τραπεζιτικάσ. (Aristotle, Athenian Constitution, work Ath. Pol., chapter 52 2:3)

    (아리스토텔레스, 아테네인들의 정치체제, work Ath. Pol., chapter 52 2:3)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION