헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

τελεστικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: τελεστικός τελεστική τελεστικόν

형태분석: τελεστικ (어간) + ος (어미)

어원: tele/w III

  1. initiatory, mystical

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 τελεστικός

(이)가

τελεστική

(이)가

τελεστικόν

(것)가

속격 τελεστικοῦ

(이)의

τελεστικῆς

(이)의

τελεστικοῦ

(것)의

여격 τελεστικῷ

(이)에게

τελεστικῇ

(이)에게

τελεστικῷ

(것)에게

대격 τελεστικόν

(이)를

τελεστικήν

(이)를

τελεστικόν

(것)를

호격 τελεστικέ

(이)야

τελεστική

(이)야

τελεστικόν

(것)야

쌍수주/대/호 τελεστικώ

(이)들이

τελεστικᾱ́

(이)들이

τελεστικώ

(것)들이

속/여 τελεστικοῖν

(이)들의

τελεστικαῖν

(이)들의

τελεστικοῖν

(것)들의

복수주격 τελεστικοί

(이)들이

τελεστικαί

(이)들이

τελεστικά

(것)들이

속격 τελεστικῶν

(이)들의

τελεστικῶν

(이)들의

τελεστικῶν

(것)들의

여격 τελεστικοῖς

(이)들에게

τελεστικαῖς

(이)들에게

τελεστικοῖς

(것)들에게

대격 τελεστικούς

(이)들을

τελεστικᾱ́ς

(이)들을

τελεστικά

(것)들을

호격 τελεστικοί

(이)들아

τελεστικαί

(이)들아

τελεστικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION