헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ταλαιπωρικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ταλαιπωρικός ταλαιπωρική ταλαιπωρικόν

형태분석: ταλαιπωρικ (어간) + ος (어미)

  1. full of hardship

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ταλαιπωρικός

(이)가

ταλαιπωρική

(이)가

ταλαιπωρικόν

(것)가

속격 ταλαιπωρικοῦ

(이)의

ταλαιπωρικῆς

(이)의

ταλαιπωρικοῦ

(것)의

여격 ταλαιπωρικῷ

(이)에게

ταλαιπωρικῇ

(이)에게

ταλαιπωρικῷ

(것)에게

대격 ταλαιπωρικόν

(이)를

ταλαιπωρικήν

(이)를

ταλαιπωρικόν

(것)를

호격 ταλαιπωρικέ

(이)야

ταλαιπωρική

(이)야

ταλαιπωρικόν

(것)야

쌍수주/대/호 ταλαιπωρικώ

(이)들이

ταλαιπωρικᾱ́

(이)들이

ταλαιπωρικώ

(것)들이

속/여 ταλαιπωρικοῖν

(이)들의

ταλαιπωρικαῖν

(이)들의

ταλαιπωρικοῖν

(것)들의

복수주격 ταλαιπωρικοί

(이)들이

ταλαιπωρικαί

(이)들이

ταλαιπωρικά

(것)들이

속격 ταλαιπωρικῶν

(이)들의

ταλαιπωρικῶν

(이)들의

ταλαιπωρικῶν

(것)들의

여격 ταλαιπωρικοῖς

(이)들에게

ταλαιπωρικαῖς

(이)들에게

ταλαιπωρικοῖς

(것)들에게

대격 ταλαιπωρικούς

(이)들을

ταλαιπωρικᾱ́ς

(이)들을

ταλαιπωρικά

(것)들을

호격 ταλαιπωρικοί

(이)들아

ταλαιπωρικαί

(이)들아

ταλαιπωρικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION