헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σύντασις

3군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σύντασις συντάσεως

형태분석: συντασι (어간) + ς (어미)

  1. 긴장, 단단함, 견고
  2. 노력, 문제, 고투
  1. tension, rigidity
  2. vehement effort, exertion

곡용 정보

3군 변화
단수 쌍수 복수
주격 σύντασις

긴장이

συντάσει

긴장들이

συντάσεις

긴장들이

속격 συντάσεως

긴장의

συντάσοιν

긴장들의

συντάσεων

긴장들의

여격 συντάσει

긴장에게

συντάσοιν

긴장들에게

συντάσεσιν*

긴장들에게

대격 σύντασιν

긴장을

συντάσει

긴장들을

συντάσεις

긴장들을

호격 σύντασι

긴장아

συντάσει

긴장들아

συντάσεις

긴장들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐν καύσοισι δὲ καὶ τοῖσ ἄλλοισ πυρετοῖσ, οἷσι μὲν τραχήλου πόνοσ καὶ κροτάφων βάροσ καὶ σκοτώδεα περὶ τὰσ ὄψιασ καὶ ὑποχονδρίου σύντασισ οὐ μετ’ ὀδύνησ γίνεται, τούτοισιν αἱμορραγεῖ διὰ Ῥινῶν‧ οἷσι δὲ βάρεα μὲν ὅλησ τῆσ κεφαλῆσ, καρδιωγμοὶ δὲ καὶ ἀσώδεέσ εἰσιν, ἐπανεμέουσιν χολώδεα καὶ φλεγματώδεα. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 115)

    (히포크라테스, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 115)

  • ἤρξατο δὲ πονεῖν κατ’ ὀσφῦν‧ καὶ κεφαλῆσ βάροσ καὶ τραχήλου σύντασισ. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 233)

    (히포크라테스, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 233)

  • τρίτῃ πάντα παρωξύνθη‧ ὑποχονδρίου σύντασισ ἐξ ἀμφοτέρων παραμήκησ πρὸσ ὀμφαλόν, ὑπολάπαροσ‧ διαχωρήματα λεπτά, ὑπομέλανα, οὖρα θολερά, ὑπομέλανα, νυκτὸσ οὐδὲν ἐκοιμήθη, λόγοι πολλοί, γέλωσ, ᾠδή, κατέχειν οὐκ ἠδύνατο. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 236)

    (히포크라테스, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 236)

  • πέμπτῃ πρωὶ κώφωσισ, παρωξύνθη πάντα, σπλὴν ἐπήρθη, ὑποχονδρίου σύντασισ, ἀπὸ κοιλίησ ὀλίγα διῆλθε μέλανα, παρεφρόνησεν. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 249)

    (히포크라테스, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 249)

  • τούτῳ πυρετοὶ διὰ τέλεοσ σὺν ἱδρῶτι, ὑποχόνδρια μετέωρα, σύντασισ μετ’ ὀδύνησ‧ οὖρα μέλανα ἔχοντα ἐναιωρήματα στρογγύλα‧ οὐχ ἱδρύετο‧ ἀπὸ δὲ κοιλίησ κόπρανα διῄει‧ δίψα διὰ τέλεοσ οὐ λίην‧ σπασμοὶ πολλοὶ σὺν ἱδρῶτι περὶ θάνατον. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 323)

    (히포크라테스, Hippocrates Collected Works I, EPIDHMIWN A, 323)

유의어

  1. 긴장

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION