헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συνεκκλησιάζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συνεκκλησιάζω συνεκκλησιάσω

형태분석: συν (접두사) + ἐκκλησιάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 이끌다, 같이 돌다, 같이 나르다
  1. to frequent the, together

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεκκλησιάζω

(나는) 이끈다

συνεκκλησιάζεις

(너는) 이끈다

συνεκκλησιάζει

(그는) 이끈다

쌍수 συνεκκλησιάζετον

(너희 둘은) 이끈다

συνεκκλησιάζετον

(그 둘은) 이끈다

복수 συνεκκλησιάζομεν

(우리는) 이끈다

συνεκκλησιάζετε

(너희는) 이끈다

συνεκκλησιάζουσιν*

(그들은) 이끈다

접속법단수 συνεκκλησιάζω

(나는) 이끌자

συνεκκλησιάζῃς

(너는) 이끌자

συνεκκλησιάζῃ

(그는) 이끌자

쌍수 συνεκκλησιάζητον

(너희 둘은) 이끌자

συνεκκλησιάζητον

(그 둘은) 이끌자

복수 συνεκκλησιάζωμεν

(우리는) 이끌자

συνεκκλησιάζητε

(너희는) 이끌자

συνεκκλησιάζωσιν*

(그들은) 이끌자

기원법단수 συνεκκλησιάζοιμι

(나는) 이끌기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοις

(너는) 이끌기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοι

(그는) 이끌기를 (바라다)

쌍수 συνεκκλησιάζοιτον

(너희 둘은) 이끌기를 (바라다)

συνεκκλησιαζοίτην

(그 둘은) 이끌기를 (바라다)

복수 συνεκκλησιάζοιμεν

(우리는) 이끌기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοιτε

(너희는) 이끌기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοιεν

(그들은) 이끌기를 (바라다)

명령법단수 συνεκκλησίαζε

(너는) 이끌어라

συνεκκλησιαζέτω

(그는) 이끌어라

쌍수 συνεκκλησιάζετον

(너희 둘은) 이끌어라

συνεκκλησιαζέτων

(그 둘은) 이끌어라

복수 συνεκκλησιάζετε

(너희는) 이끌어라

συνεκκλησιαζόντων, συνεκκλησιαζέτωσαν

(그들은) 이끌어라

부정사 συνεκκλησιάζειν

이끄는 것

분사 남성여성중성
συνεκκλησιαζων

συνεκκλησιαζοντος

συνεκκλησιαζουσα

συνεκκλησιαζουσης

συνεκκλησιαζον

συνεκκλησιαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεκκλησιάζομαι

(나는) 이끌려진다

συνεκκλησιάζει, συνεκκλησιάζῃ

(너는) 이끌려진다

συνεκκλησιάζεται

(그는) 이끌려진다

쌍수 συνεκκλησιάζεσθον

(너희 둘은) 이끌려진다

συνεκκλησιάζεσθον

(그 둘은) 이끌려진다

복수 συνεκκλησιαζόμεθα

(우리는) 이끌려진다

συνεκκλησιάζεσθε

(너희는) 이끌려진다

συνεκκλησιάζονται

(그들은) 이끌려진다

접속법단수 συνεκκλησιάζωμαι

(나는) 이끌려지자

συνεκκλησιάζῃ

(너는) 이끌려지자

συνεκκλησιάζηται

(그는) 이끌려지자

쌍수 συνεκκλησιάζησθον

(너희 둘은) 이끌려지자

συνεκκλησιάζησθον

(그 둘은) 이끌려지자

복수 συνεκκλησιαζώμεθα

(우리는) 이끌려지자

συνεκκλησιάζησθε

(너희는) 이끌려지자

συνεκκλησιάζωνται

(그들은) 이끌려지자

기원법단수 συνεκκλησιαζοίμην

(나는) 이끌려지기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοιο

(너는) 이끌려지기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοιτο

(그는) 이끌려지기를 (바라다)

쌍수 συνεκκλησιάζοισθον

(너희 둘은) 이끌려지기를 (바라다)

συνεκκλησιαζοίσθην

(그 둘은) 이끌려지기를 (바라다)

복수 συνεκκλησιαζοίμεθα

(우리는) 이끌려지기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοισθε

(너희는) 이끌려지기를 (바라다)

συνεκκλησιάζοιντο

(그들은) 이끌려지기를 (바라다)

명령법단수 συνεκκλησιάζου

(너는) 이끌려져라

συνεκκλησιαζέσθω

(그는) 이끌려져라

쌍수 συνεκκλησιάζεσθον

(너희 둘은) 이끌려져라

συνεκκλησιαζέσθων

(그 둘은) 이끌려져라

복수 συνεκκλησιάζεσθε

(너희는) 이끌려져라

συνεκκλησιαζέσθων, συνεκκλησιαζέσθωσαν

(그들은) 이끌려져라

부정사 συνεκκλησιάζεσθαι

이끌려지는 것

분사 남성여성중성
συνεκκλησιαζομενος

συνεκκλησιαζομενου

συνεκκλησιαζομενη

συνεκκλησιαζομενης

συνεκκλησιαζομενον

συνεκκλησιαζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεκκλησιάσω

(나는) 이끌겠다

συνεκκλησιάσεις

(너는) 이끌겠다

συνεκκλησιάσει

(그는) 이끌겠다

쌍수 συνεκκλησιάσετον

(너희 둘은) 이끌겠다

συνεκκλησιάσετον

(그 둘은) 이끌겠다

복수 συνεκκλησιάσομεν

(우리는) 이끌겠다

συνεκκλησιάσετε

(너희는) 이끌겠다

συνεκκλησιάσουσιν*

(그들은) 이끌겠다

기원법단수 συνεκκλησιάσοιμι

(나는) 이끌겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοις

(너는) 이끌겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοι

(그는) 이끌겠기를 (바라다)

쌍수 συνεκκλησιάσοιτον

(너희 둘은) 이끌겠기를 (바라다)

συνεκκλησιασοίτην

(그 둘은) 이끌겠기를 (바라다)

복수 συνεκκλησιάσοιμεν

(우리는) 이끌겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοιτε

(너희는) 이끌겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοιεν

(그들은) 이끌겠기를 (바라다)

부정사 συνεκκλησιάσειν

이끌 것

분사 남성여성중성
συνεκκλησιασων

συνεκκλησιασοντος

συνεκκλησιασουσα

συνεκκλησιασουσης

συνεκκλησιασον

συνεκκλησιασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεκκλησιάσομαι

(나는) 이끌려지겠다

συνεκκλησιάσει, συνεκκλησιάσῃ

(너는) 이끌려지겠다

συνεκκλησιάσεται

(그는) 이끌려지겠다

쌍수 συνεκκλησιάσεσθον

(너희 둘은) 이끌려지겠다

συνεκκλησιάσεσθον

(그 둘은) 이끌려지겠다

복수 συνεκκλησιασόμεθα

(우리는) 이끌려지겠다

συνεκκλησιάσεσθε

(너희는) 이끌려지겠다

συνεκκλησιάσονται

(그들은) 이끌려지겠다

기원법단수 συνεκκλησιασοίμην

(나는) 이끌려지겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοιο

(너는) 이끌려지겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοιτο

(그는) 이끌려지겠기를 (바라다)

쌍수 συνεκκλησιάσοισθον

(너희 둘은) 이끌려지겠기를 (바라다)

συνεκκλησιασοίσθην

(그 둘은) 이끌려지겠기를 (바라다)

복수 συνεκκλησιασοίμεθα

(우리는) 이끌려지겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοισθε

(너희는) 이끌려지겠기를 (바라다)

συνεκκλησιάσοιντο

(그들은) 이끌려지겠기를 (바라다)

부정사 συνεκκλησιάσεσθαι

이끌려질 것

분사 남성여성중성
συνεκκλησιασομενος

συνεκκλησιασομενου

συνεκκλησιασομενη

συνεκκλησιασομενης

συνεκκλησιασομενον

συνεκκλησιασομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνηκκλησίαζον

(나는) 이끌고 있었다

συνηκκλησίαζες

(너는) 이끌고 있었다

συνηκκλησίαζεν*

(그는) 이끌고 있었다

쌍수 συνηκκλησιάζετον

(너희 둘은) 이끌고 있었다

συνηκκλησιαζέτην

(그 둘은) 이끌고 있었다

복수 συνηκκλησιάζομεν

(우리는) 이끌고 있었다

συνηκκλησιάζετε

(너희는) 이끌고 있었다

συνηκκλησίαζον

(그들은) 이끌고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνηκκλησιαζόμην

(나는) 이끌려지고 있었다

συνηκκλησιάζου

(너는) 이끌려지고 있었다

συνηκκλησιάζετο

(그는) 이끌려지고 있었다

쌍수 συνηκκλησιάζεσθον

(너희 둘은) 이끌려지고 있었다

συνηκκλησιαζέσθην

(그 둘은) 이끌려지고 있었다

복수 συνηκκλησιαζόμεθα

(우리는) 이끌려지고 있었다

συνηκκλησιάζεσθε

(너희는) 이끌려지고 있었다

συνηκκλησιάζοντο

(그들은) 이끌려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οἱ δὲ λοιποὶ πάντεσ ἐκαλοῦντο θῆτεσ, οἷσ οὐδεμίαν ἄρχειν ἔδωκεν ἀρχήν, ἀλλὰ τῷ συνεκκλησιάζειν καὶ δικάζειν μόνον μετεῖχον τῆσ πολιτείασ. (Plutarch, , chapter 18 2:3)

    (플루타르코스, , chapter 18 2:3)

유의어

  1. 이끌다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION