헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συνδιαστρέφω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συνδιαστρέφω συνδιαστρέψω

형태분석: συν (접두사) + διαστρέφ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to distort together, to be twisted together with

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδιαστρέφω

συνδιαστρέφεις

συνδιαστρέφει

쌍수 συνδιαστρέφετον

συνδιαστρέφετον

복수 συνδιαστρέφομεν

συνδιαστρέφετε

συνδιαστρέφουσιν*

접속법단수 συνδιαστρέφω

συνδιαστρέφῃς

συνδιαστρέφῃ

쌍수 συνδιαστρέφητον

συνδιαστρέφητον

복수 συνδιαστρέφωμεν

συνδιαστρέφητε

συνδιαστρέφωσιν*

기원법단수 συνδιαστρέφοιμι

συνδιαστρέφοις

συνδιαστρέφοι

쌍수 συνδιαστρέφοιτον

συνδιαστρεφοίτην

복수 συνδιαστρέφοιμεν

συνδιαστρέφοιτε

συνδιαστρέφοιεν

명령법단수 συνδιάστρεφε

συνδιαστρεφέτω

쌍수 συνδιαστρέφετον

συνδιαστρεφέτων

복수 συνδιαστρέφετε

συνδιαστρεφόντων, συνδιαστρεφέτωσαν

부정사 συνδιαστρέφειν

분사 남성여성중성
συνδιαστρεφων

συνδιαστρεφοντος

συνδιαστρεφουσα

συνδιαστρεφουσης

συνδιαστρεφον

συνδιαστρεφοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδιαστρέφομαι

συνδιαστρέφει, συνδιαστρέφῃ

συνδιαστρέφεται

쌍수 συνδιαστρέφεσθον

συνδιαστρέφεσθον

복수 συνδιαστρεφόμεθα

συνδιαστρέφεσθε

συνδιαστρέφονται

접속법단수 συνδιαστρέφωμαι

συνδιαστρέφῃ

συνδιαστρέφηται

쌍수 συνδιαστρέφησθον

συνδιαστρέφησθον

복수 συνδιαστρεφώμεθα

συνδιαστρέφησθε

συνδιαστρέφωνται

기원법단수 συνδιαστρεφοίμην

συνδιαστρέφοιο

συνδιαστρέφοιτο

쌍수 συνδιαστρέφοισθον

συνδιαστρεφοίσθην

복수 συνδιαστρεφοίμεθα

συνδιαστρέφοισθε

συνδιαστρέφοιντο

명령법단수 συνδιαστρέφου

συνδιαστρεφέσθω

쌍수 συνδιαστρέφεσθον

συνδιαστρεφέσθων

복수 συνδιαστρέφεσθε

συνδιαστρεφέσθων, συνδιαστρεφέσθωσαν

부정사 συνδιαστρέφεσθαι

분사 남성여성중성
συνδιαστρεφομενος

συνδιαστρεφομενου

συνδιαστρεφομενη

συνδιαστρεφομενης

συνδιαστρεφομενον

συνδιαστρεφομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδιαστρέψω

συνδιαστρέψεις

συνδιαστρέψει

쌍수 συνδιαστρέψετον

συνδιαστρέψετον

복수 συνδιαστρέψομεν

συνδιαστρέψετε

συνδιαστρέψουσιν*

기원법단수 συνδιαστρέψοιμι

συνδιαστρέψοις

συνδιαστρέψοι

쌍수 συνδιαστρέψοιτον

συνδιαστρεψοίτην

복수 συνδιαστρέψοιμεν

συνδιαστρέψοιτε

συνδιαστρέψοιεν

부정사 συνδιαστρέψειν

분사 남성여성중성
συνδιαστρεψων

συνδιαστρεψοντος

συνδιαστρεψουσα

συνδιαστρεψουσης

συνδιαστρεψον

συνδιαστρεψοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδιαστρέψομαι

συνδιαστρέψει, συνδιαστρέψῃ

συνδιαστρέψεται

쌍수 συνδιαστρέψεσθον

συνδιαστρέψεσθον

복수 συνδιαστρεψόμεθα

συνδιαστρέψεσθε

συνδιαστρέψονται

기원법단수 συνδιαστρεψοίμην

συνδιαστρέψοιο

συνδιαστρέψοιτο

쌍수 συνδιαστρέψοισθον

συνδιαστρεψοίσθην

복수 συνδιαστρεψοίμεθα

συνδιαστρέψοισθε

συνδιαστρέψοιντο

부정사 συνδιαστρέψεσθαι

분사 남성여성중성
συνδιαστρεψομενος

συνδιαστρεψομενου

συνδιαστρεψομενη

συνδιαστρεψομενης

συνδιαστρεψομενον

συνδιαστρεψομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἡ δὲ συνδιαστρέφουσα τὴν ψυχὴν παράβλεψισ αὕτη καὶ παρατόξευσισ αἰσχρὰ καὶ τὸ ἔθοσ μοχθηρόν. (Plutarch, De curiositate, section 125)

    (플루타르코스, De curiositate, section 125)

  • ἡ δὲ συνδιαστρέφουσα τὴν ψυχὴν παράβλεψισ αὕτη καὶ παρατόξευσισ αἰσχρὰ καὶ τὸ ἔθοσ μοχθηρόν· (Plutarch, De curiositate, section 12 1:4)

    (플루타르코스, De curiositate, section 12 1:4)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION