고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: συγκοινωνός συγκοινωνή συγκοινωνόν
형태분석: συγκοινων (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | συγκοινωνός (이)가 | συγκοινωνή (이)가 | συγκοινωνόν (것)가 |
| 속격 | συγκοινωνοῦ (이)의 | συγκοινωνῆς (이)의 | συγκοινωνοῦ (것)의 | |
| 여격 | συγκοινωνῷ (이)에게 | συγκοινωνῇ (이)에게 | συγκοινωνῷ (것)에게 | |
| 대격 | συγκοινωνόν (이)를 | συγκοινωνήν (이)를 | συγκοινωνόν (것)를 | |
| 호격 | συγκοινωνέ (이)야 | συγκοινωνή (이)야 | συγκοινωνόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | συγκοινωνώ (이)들이 | συγκοινωνᾱ́ (이)들이 | συγκοινωνώ (것)들이 |
| 속/여 | συγκοινωνοῖν (이)들의 | συγκοινωναῖν (이)들의 | συγκοινωνοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | συγκοινωνοί (이)들이 | συγκοινωναί (이)들이 | συγκοινωνά (것)들이 |
| 속격 | συγκοινωνῶν (이)들의 | συγκοινωνῶν (이)들의 | συγκοινωνῶν (것)들의 | |
| 여격 | συγκοινωνοῖς (이)들에게 | συγκοινωναῖς (이)들에게 | συγκοινωνοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | συγκοινωνούς (이)들을 | συγκοινωνᾱ́ς (이)들을 | συγκοινωνά (것)들을 | |
| 호격 | συγκοινωνοί (이)들아 | συγκοινωναί (이)들아 | συγκοινωνά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
συγκοινωνός συγκοινωνοῦ (이)의 |
συγκοινωνότερος συγκοινωνοτεροῦ 더 (이)의 |
συγκοινωνότατος συγκοινωνοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | συγκοινωνώς | συγκοινωνότερον | συγκοινωνότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기