헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συγκεντέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συγκεντέω συγκεντήσω

형태분석: συγ (접두사) + κεντέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to pierce together, to stab at once

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκεντῶ

συγκεντεῖς

συγκεντεῖ

쌍수 συγκεντεῖτον

συγκεντεῖτον

복수 συγκεντοῦμεν

συγκεντεῖτε

συγκεντοῦσιν*

접속법단수 συγκεντῶ

συγκεντῇς

συγκεντῇ

쌍수 συγκεντῆτον

συγκεντῆτον

복수 συγκεντῶμεν

συγκεντῆτε

συγκεντῶσιν*

기원법단수 συγκεντοῖμι

συγκεντοῖς

συγκεντοῖ

쌍수 συγκεντοῖτον

συγκεντοίτην

복수 συγκεντοῖμεν

συγκεντοῖτε

συγκεντοῖεν

명령법단수 συγκέντει

συγκεντείτω

쌍수 συγκεντεῖτον

συγκεντείτων

복수 συγκεντεῖτε

συγκεντούντων, συγκεντείτωσαν

부정사 συγκεντεῖν

분사 남성여성중성
συγκεντων

συγκεντουντος

συγκεντουσα

συγκεντουσης

συγκεντουν

συγκεντουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκεντοῦμαι

συγκεντεῖ, συγκεντῇ

συγκεντεῖται

쌍수 συγκεντεῖσθον

συγκεντεῖσθον

복수 συγκεντούμεθα

συγκεντεῖσθε

συγκεντοῦνται

접속법단수 συγκεντῶμαι

συγκεντῇ

συγκεντῆται

쌍수 συγκεντῆσθον

συγκεντῆσθον

복수 συγκεντώμεθα

συγκεντῆσθε

συγκεντῶνται

기원법단수 συγκεντοίμην

συγκεντοῖο

συγκεντοῖτο

쌍수 συγκεντοῖσθον

συγκεντοίσθην

복수 συγκεντοίμεθα

συγκεντοῖσθε

συγκεντοῖντο

명령법단수 συγκεντοῦ

συγκεντείσθω

쌍수 συγκεντεῖσθον

συγκεντείσθων

복수 συγκεντεῖσθε

συγκεντείσθων, συγκεντείσθωσαν

부정사 συγκεντεῖσθαι

분사 남성여성중성
συγκεντουμενος

συγκεντουμενου

συγκεντουμενη

συγκεντουμενης

συγκεντουμενον

συγκεντουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to pierce together

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION