헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συγκαττύω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συγκαττύω

형태분석: συγκαττύ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 수선하다, 고치다
  1. to patch up, cobble

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκαττύω

(나는) 수선한다

συγκαττύεις

(너는) 수선한다

συγκαττύει

(그는) 수선한다

쌍수 συγκαττύετον

(너희 둘은) 수선한다

συγκαττύετον

(그 둘은) 수선한다

복수 συγκαττύομεν

(우리는) 수선한다

συγκαττύετε

(너희는) 수선한다

συγκαττύουσιν*

(그들은) 수선한다

접속법단수 συγκαττύω

(나는) 수선하자

συγκαττύῃς

(너는) 수선하자

συγκαττύῃ

(그는) 수선하자

쌍수 συγκαττύητον

(너희 둘은) 수선하자

συγκαττύητον

(그 둘은) 수선하자

복수 συγκαττύωμεν

(우리는) 수선하자

συγκαττύητε

(너희는) 수선하자

συγκαττύωσιν*

(그들은) 수선하자

기원법단수 συγκαττύοιμι

(나는) 수선하기를 (바라다)

συγκαττύοις

(너는) 수선하기를 (바라다)

συγκαττύοι

(그는) 수선하기를 (바라다)

쌍수 συγκαττύοιτον

(너희 둘은) 수선하기를 (바라다)

συγκαττυοίτην

(그 둘은) 수선하기를 (바라다)

복수 συγκαττύοιμεν

(우리는) 수선하기를 (바라다)

συγκαττύοιτε

(너희는) 수선하기를 (바라다)

συγκαττύοιεν

(그들은) 수선하기를 (바라다)

명령법단수 συγκάττυε

(너는) 수선해라

συγκαττυέτω

(그는) 수선해라

쌍수 συγκαττύετον

(너희 둘은) 수선해라

συγκαττυέτων

(그 둘은) 수선해라

복수 συγκαττύετε

(너희는) 수선해라

συγκαττυόντων, συγκαττυέτωσαν

(그들은) 수선해라

부정사 συγκαττύειν

수선하는 것

분사 남성여성중성
συγκαττυων

συγκαττυοντος

συγκαττυουσα

συγκαττυουσης

συγκαττυον

συγκαττυοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκαττύομαι

(나는) 수선된다

συγκαττύει, συγκαττύῃ

(너는) 수선된다

συγκαττύεται

(그는) 수선된다

쌍수 συγκαττύεσθον

(너희 둘은) 수선된다

συγκαττύεσθον

(그 둘은) 수선된다

복수 συγκαττυόμεθα

(우리는) 수선된다

συγκαττύεσθε

(너희는) 수선된다

συγκαττύονται

(그들은) 수선된다

접속법단수 συγκαττύωμαι

(나는) 수선되자

συγκαττύῃ

(너는) 수선되자

συγκαττύηται

(그는) 수선되자

쌍수 συγκαττύησθον

(너희 둘은) 수선되자

συγκαττύησθον

(그 둘은) 수선되자

복수 συγκαττυώμεθα

(우리는) 수선되자

συγκαττύησθε

(너희는) 수선되자

συγκαττύωνται

(그들은) 수선되자

기원법단수 συγκαττυοίμην

(나는) 수선되기를 (바라다)

συγκαττύοιο

(너는) 수선되기를 (바라다)

συγκαττύοιτο

(그는) 수선되기를 (바라다)

쌍수 συγκαττύοισθον

(너희 둘은) 수선되기를 (바라다)

συγκαττυοίσθην

(그 둘은) 수선되기를 (바라다)

복수 συγκαττυοίμεθα

(우리는) 수선되기를 (바라다)

συγκαττύοισθε

(너희는) 수선되기를 (바라다)

συγκαττύοιντο

(그들은) 수선되기를 (바라다)

명령법단수 συγκαττύου

(너는) 수선되어라

συγκαττυέσθω

(그는) 수선되어라

쌍수 συγκαττύεσθον

(너희 둘은) 수선되어라

συγκαττυέσθων

(그 둘은) 수선되어라

복수 συγκαττύεσθε

(너희는) 수선되어라

συγκαττυέσθων, συγκαττυέσθωσαν

(그들은) 수선되어라

부정사 συγκαττύεσθαι

수선되는 것

분사 남성여성중성
συγκαττυομενος

συγκαττυομενου

συγκαττυομενη

συγκαττυομενης

συγκαττυομενον

συγκαττυομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσυγκάττυον

(나는) 수선하고 있었다

ἐσυγκάττυες

(너는) 수선하고 있었다

ἐσυγκάττυεν*

(그는) 수선하고 있었다

쌍수 ἐσυγκαττύετον

(너희 둘은) 수선하고 있었다

ἐσυγκαττυέτην

(그 둘은) 수선하고 있었다

복수 ἐσυγκαττύομεν

(우리는) 수선하고 있었다

ἐσυγκαττύετε

(너희는) 수선하고 있었다

ἐσυγκάττυον

(그들은) 수선하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐσυγκαττυόμην

(나는) 수선되고 있었다

ἐσυγκαττύου

(너는) 수선되고 있었다

ἐσυγκαττύετο

(그는) 수선되고 있었다

쌍수 ἐσυγκαττύεσθον

(너희 둘은) 수선되고 있었다

ἐσυγκαττυέσθην

(그 둘은) 수선되고 있었다

복수 ἐσυγκαττυόμεθα

(우리는) 수선되고 있었다

ἐσυγκαττύεσθε

(너희는) 수선되고 있었다

ἐσυγκαττύοντο

(그들은) 수선되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION