헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συγκακοπαθέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συγκακοπαθέω συγκακοπαθήσω

형태분석: συγ (접두사) + κακοπαθέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to partake in sufferings

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκακοπάθω

συγκακοπάθεις

συγκακοπάθει

쌍수 συγκακοπάθειτον

συγκακοπάθειτον

복수 συγκακοπάθουμεν

συγκακοπάθειτε

συγκακοπάθουσιν*

접속법단수 συγκακοπάθω

συγκακοπάθῃς

συγκακοπάθῃ

쌍수 συγκακοπάθητον

συγκακοπάθητον

복수 συγκακοπάθωμεν

συγκακοπάθητε

συγκακοπάθωσιν*

기원법단수 συγκακοπάθοιμι

συγκακοπάθοις

συγκακοπάθοι

쌍수 συγκακοπάθοιτον

συγκακοπαθοίτην

복수 συγκακοπάθοιμεν

συγκακοπάθοιτε

συγκακοπάθοιεν

명령법단수 συγκακοπᾶθει

συγκακοπαθεῖτω

쌍수 συγκακοπάθειτον

συγκακοπαθεῖτων

복수 συγκακοπάθειτε

συγκακοπαθοῦντων, συγκακοπαθεῖτωσαν

부정사 συγκακοπάθειν

분사 남성여성중성
συγκακοπαθων

συγκακοπαθουντος

συγκακοπαθουσα

συγκακοπαθουσης

συγκακοπαθουν

συγκακοπαθουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συγκακοπάθουμαι

συγκακοπάθει, συγκακοπάθῃ

συγκακοπάθειται

쌍수 συγκακοπάθεισθον

συγκακοπάθεισθον

복수 συγκακοπαθοῦμεθα

συγκακοπάθεισθε

συγκακοπάθουνται

접속법단수 συγκακοπάθωμαι

συγκακοπάθῃ

συγκακοπάθηται

쌍수 συγκακοπάθησθον

συγκακοπάθησθον

복수 συγκακοπαθώμεθα

συγκακοπάθησθε

συγκακοπάθωνται

기원법단수 συγκακοπαθοίμην

συγκακοπάθοιο

συγκακοπάθοιτο

쌍수 συγκακοπάθοισθον

συγκακοπαθοίσθην

복수 συγκακοπαθοίμεθα

συγκακοπάθοισθε

συγκακοπάθοιντο

명령법단수 συγκακοπάθου

συγκακοπαθεῖσθω

쌍수 συγκακοπάθεισθον

συγκακοπαθεῖσθων

복수 συγκακοπάθεισθε

συγκακοπαθεῖσθων, συγκακοπαθεῖσθωσαν

부정사 συγκακοπάθεισθαι

분사 남성여성중성
συγκακοπαθουμενος

συγκακοπαθουμενου

συγκακοπαθουμενη

συγκακοπαθουμενης

συγκακοπαθουμενον

συγκακοπαθουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to partake in sufferings

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION