헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στομφάζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: στομφάζω στομφάσω

형태분석: στομφάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: sto/mfos

  1. 큰소리치다, 부르짖다, 고함치다
  1. to mouth, rant, vaunt

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στομφάζω

(나는) 큰소리친다

στομφάζεις

(너는) 큰소리친다

στομφάζει

(그는) 큰소리친다

쌍수 στομφάζετον

(너희 둘은) 큰소리친다

στομφάζετον

(그 둘은) 큰소리친다

복수 στομφάζομεν

(우리는) 큰소리친다

στομφάζετε

(너희는) 큰소리친다

στομφάζουσιν*

(그들은) 큰소리친다

접속법단수 στομφάζω

(나는) 큰소리치자

στομφάζῃς

(너는) 큰소리치자

στομφάζῃ

(그는) 큰소리치자

쌍수 στομφάζητον

(너희 둘은) 큰소리치자

στομφάζητον

(그 둘은) 큰소리치자

복수 στομφάζωμεν

(우리는) 큰소리치자

στομφάζητε

(너희는) 큰소리치자

στομφάζωσιν*

(그들은) 큰소리치자

기원법단수 στομφάζοιμι

(나는) 큰소리치기를 (바라다)

στομφάζοις

(너는) 큰소리치기를 (바라다)

στομφάζοι

(그는) 큰소리치기를 (바라다)

쌍수 στομφάζοιτον

(너희 둘은) 큰소리치기를 (바라다)

στομφαζοίτην

(그 둘은) 큰소리치기를 (바라다)

복수 στομφάζοιμεν

(우리는) 큰소리치기를 (바라다)

στομφάζοιτε

(너희는) 큰소리치기를 (바라다)

στομφάζοιεν

(그들은) 큰소리치기를 (바라다)

명령법단수 στόμφαζε

(너는) 큰소리쳐라

στομφαζέτω

(그는) 큰소리쳐라

쌍수 στομφάζετον

(너희 둘은) 큰소리쳐라

στομφαζέτων

(그 둘은) 큰소리쳐라

복수 στομφάζετε

(너희는) 큰소리쳐라

στομφαζόντων, στομφαζέτωσαν

(그들은) 큰소리쳐라

부정사 στομφάζειν

큰소리치는 것

분사 남성여성중성
στομφαζων

στομφαζοντος

στομφαζουσα

στομφαζουσης

στομφαζον

στομφαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στομφάζομαι

(나는) 큰소리쳐진다

στομφάζει, στομφάζῃ

(너는) 큰소리쳐진다

στομφάζεται

(그는) 큰소리쳐진다

쌍수 στομφάζεσθον

(너희 둘은) 큰소리쳐진다

στομφάζεσθον

(그 둘은) 큰소리쳐진다

복수 στομφαζόμεθα

(우리는) 큰소리쳐진다

στομφάζεσθε

(너희는) 큰소리쳐진다

στομφάζονται

(그들은) 큰소리쳐진다

접속법단수 στομφάζωμαι

(나는) 큰소리쳐지자

στομφάζῃ

(너는) 큰소리쳐지자

στομφάζηται

(그는) 큰소리쳐지자

쌍수 στομφάζησθον

(너희 둘은) 큰소리쳐지자

στομφάζησθον

(그 둘은) 큰소리쳐지자

복수 στομφαζώμεθα

(우리는) 큰소리쳐지자

στομφάζησθε

(너희는) 큰소리쳐지자

στομφάζωνται

(그들은) 큰소리쳐지자

기원법단수 στομφαζοίμην

(나는) 큰소리쳐지기를 (바라다)

στομφάζοιο

(너는) 큰소리쳐지기를 (바라다)

στομφάζοιτο

(그는) 큰소리쳐지기를 (바라다)

쌍수 στομφάζοισθον

(너희 둘은) 큰소리쳐지기를 (바라다)

στομφαζοίσθην

(그 둘은) 큰소리쳐지기를 (바라다)

복수 στομφαζοίμεθα

(우리는) 큰소리쳐지기를 (바라다)

στομφάζοισθε

(너희는) 큰소리쳐지기를 (바라다)

στομφάζοιντο

(그들은) 큰소리쳐지기를 (바라다)

명령법단수 στομφάζου

(너는) 큰소리쳐져라

στομφαζέσθω

(그는) 큰소리쳐져라

쌍수 στομφάζεσθον

(너희 둘은) 큰소리쳐져라

στομφαζέσθων

(그 둘은) 큰소리쳐져라

복수 στομφάζεσθε

(너희는) 큰소리쳐져라

στομφαζέσθων, στομφαζέσθωσαν

(그들은) 큰소리쳐져라

부정사 στομφάζεσθαι

큰소리쳐지는 것

분사 남성여성중성
στομφαζομενος

στομφαζομενου

στομφαζομενη

στομφαζομενης

στομφαζομενον

στομφαζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στομφάσω

(나는) 큰소리치겠다

στομφάσεις

(너는) 큰소리치겠다

στομφάσει

(그는) 큰소리치겠다

쌍수 στομφάσετον

(너희 둘은) 큰소리치겠다

στομφάσετον

(그 둘은) 큰소리치겠다

복수 στομφάσομεν

(우리는) 큰소리치겠다

στομφάσετε

(너희는) 큰소리치겠다

στομφάσουσιν*

(그들은) 큰소리치겠다

기원법단수 στομφάσοιμι

(나는) 큰소리치겠기를 (바라다)

στομφάσοις

(너는) 큰소리치겠기를 (바라다)

στομφάσοι

(그는) 큰소리치겠기를 (바라다)

쌍수 στομφάσοιτον

(너희 둘은) 큰소리치겠기를 (바라다)

στομφασοίτην

(그 둘은) 큰소리치겠기를 (바라다)

복수 στομφάσοιμεν

(우리는) 큰소리치겠기를 (바라다)

στομφάσοιτε

(너희는) 큰소리치겠기를 (바라다)

στομφάσοιεν

(그들은) 큰소리치겠기를 (바라다)

부정사 στομφάσειν

큰소리칠 것

분사 남성여성중성
στομφασων

στομφασοντος

στομφασουσα

στομφασουσης

στομφασον

στομφασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στομφάσομαι

(나는) 큰소리쳐지겠다

στομφάσει, στομφάσῃ

(너는) 큰소리쳐지겠다

στομφάσεται

(그는) 큰소리쳐지겠다

쌍수 στομφάσεσθον

(너희 둘은) 큰소리쳐지겠다

στομφάσεσθον

(그 둘은) 큰소리쳐지겠다

복수 στομφασόμεθα

(우리는) 큰소리쳐지겠다

στομφάσεσθε

(너희는) 큰소리쳐지겠다

στομφάσονται

(그들은) 큰소리쳐지겠다

기원법단수 στομφασοίμην

(나는) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

στομφάσοιο

(너는) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

στομφάσοιτο

(그는) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

쌍수 στομφάσοισθον

(너희 둘은) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

στομφασοίσθην

(그 둘은) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

복수 στομφασοίμεθα

(우리는) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

στομφάσοισθε

(너희는) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

στομφάσοιντο

(그들은) 큰소리쳐지겠기를 (바라다)

부정사 στομφάσεσθαι

큰소리쳐질 것

분사 남성여성중성
στομφασομενος

στομφασομενου

στομφασομενη

στομφασομενης

στομφασομενον

στομφασομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐστόμφαζον

(나는) 큰소리치고 있었다

ἐστόμφαζες

(너는) 큰소리치고 있었다

ἐστόμφαζεν*

(그는) 큰소리치고 있었다

쌍수 ἐστομφάζετον

(너희 둘은) 큰소리치고 있었다

ἐστομφαζέτην

(그 둘은) 큰소리치고 있었다

복수 ἐστομφάζομεν

(우리는) 큰소리치고 있었다

ἐστομφάζετε

(너희는) 큰소리치고 있었다

ἐστόμφαζον

(그들은) 큰소리치고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐστομφαζόμην

(나는) 큰소리쳐지고 있었다

ἐστομφάζου

(너는) 큰소리쳐지고 있었다

ἐστομφάζετο

(그는) 큰소리쳐지고 있었다

쌍수 ἐστομφάζεσθον

(너희 둘은) 큰소리쳐지고 있었다

ἐστομφαζέσθην

(그 둘은) 큰소리쳐지고 있었다

복수 ἐστομφαζόμεθα

(우리는) 큰소리쳐지고 있었다

ἐστομφάζεσθε

(너희는) 큰소리쳐지고 있었다

ἐστομφάζοντο

(그들은) 큰소리쳐지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION