헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

σηκάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: σηκάζω σηκάσω

형태분석: σηκάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: shko/s

  1. to shut up in a pen, were cooped up

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σηκάζω

σηκάζεις

σηκάζει

쌍수 σηκάζετον

σηκάζετον

복수 σηκάζομεν

σηκάζετε

σηκάζουσιν*

접속법단수 σηκάζω

σηκάζῃς

σηκάζῃ

쌍수 σηκάζητον

σηκάζητον

복수 σηκάζωμεν

σηκάζητε

σηκάζωσιν*

기원법단수 σηκάζοιμι

σηκάζοις

σηκάζοι

쌍수 σηκάζοιτον

σηκαζοίτην

복수 σηκάζοιμεν

σηκάζοιτε

σηκάζοιεν

명령법단수 σήκαζε

σηκαζέτω

쌍수 σηκάζετον

σηκαζέτων

복수 σηκάζετε

σηκαζόντων, σηκαζέτωσαν

부정사 σηκάζειν

분사 남성여성중성
σηκαζων

σηκαζοντος

σηκαζουσα

σηκαζουσης

σηκαζον

σηκαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 σηκάζομαι

σηκάζει, σηκάζῃ

σηκάζεται

쌍수 σηκάζεσθον

σηκάζεσθον

복수 σηκαζόμεθα

σηκάζεσθε

σηκάζονται

접속법단수 σηκάζωμαι

σηκάζῃ

σηκάζηται

쌍수 σηκάζησθον

σηκάζησθον

복수 σηκαζώμεθα

σηκάζησθε

σηκάζωνται

기원법단수 σηκαζοίμην

σηκάζοιο

σηκάζοιτο

쌍수 σηκάζοισθον

σηκαζοίσθην

복수 σηκαζοίμεθα

σηκάζοισθε

σηκάζοιντο

명령법단수 σηκάζου

σηκαζέσθω

쌍수 σηκάζεσθον

σηκαζέσθων

복수 σηκάζεσθε

σηκαζέσθων, σηκαζέσθωσαν

부정사 σηκάζεσθαι

분사 남성여성중성
σηκαζομενος

σηκαζομενου

σηκαζομενη

σηκαζομενης

σηκαζομενον

σηκαζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION