헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

θυροκοπέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: θυροκοπέω θυροκοπήσω

형태분석: θυροκοπέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from quroko/pos

  1. to knock at the door, break it open

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 θυροκόπω

θυροκόπεις

θυροκόπει

쌍수 θυροκόπειτον

θυροκόπειτον

복수 θυροκόπουμεν

θυροκόπειτε

θυροκόπουσιν*

접속법단수 θυροκόπω

θυροκόπῃς

θυροκόπῃ

쌍수 θυροκόπητον

θυροκόπητον

복수 θυροκόπωμεν

θυροκόπητε

θυροκόπωσιν*

기원법단수 θυροκόποιμι

θυροκόποις

θυροκόποι

쌍수 θυροκόποιτον

θυροκοποίτην

복수 θυροκόποιμεν

θυροκόποιτε

θυροκόποιεν

명령법단수 θυροκο͂πει

θυροκοπεῖτω

쌍수 θυροκόπειτον

θυροκοπεῖτων

복수 θυροκόπειτε

θυροκοποῦντων, θυροκοπεῖτωσαν

부정사 θυροκόπειν

분사 남성여성중성
θυροκοπων

θυροκοπουντος

θυροκοπουσα

θυροκοπουσης

θυροκοπουν

θυροκοπουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 θυροκόπουμαι

θυροκόπει, θυροκόπῃ

θυροκόπειται

쌍수 θυροκόπεισθον

θυροκόπεισθον

복수 θυροκοποῦμεθα

θυροκόπεισθε

θυροκόπουνται

접속법단수 θυροκόπωμαι

θυροκόπῃ

θυροκόπηται

쌍수 θυροκόπησθον

θυροκόπησθον

복수 θυροκοπώμεθα

θυροκόπησθε

θυροκόπωνται

기원법단수 θυροκοποίμην

θυροκόποιο

θυροκόποιτο

쌍수 θυροκόποισθον

θυροκοποίσθην

복수 θυροκοποίμεθα

θυροκόποισθε

θυροκόποιντο

명령법단수 θυροκόπου

θυροκοπεῖσθω

쌍수 θυροκόπεισθον

θυροκοπεῖσθων

복수 θυροκόπεισθε

θυροκοπεῖσθων, θυροκοπεῖσθωσαν

부정사 θυροκόπεισθαι

분사 남성여성중성
θυροκοπουμενος

θυροκοπουμενου

θυροκοπουμενη

θυροκοπουμενης

θυροκοπουμενον

θυροκοπουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 θυροκοπήσω

θυροκοπήσεις

θυροκοπήσει

쌍수 θυροκοπήσετον

θυροκοπήσετον

복수 θυροκοπήσομεν

θυροκοπήσετε

θυροκοπήσουσιν*

기원법단수 θυροκοπήσοιμι

θυροκοπήσοις

θυροκοπήσοι

쌍수 θυροκοπήσοιτον

θυροκοπησοίτην

복수 θυροκοπήσοιμεν

θυροκοπήσοιτε

θυροκοπήσοιεν

부정사 θυροκοπήσειν

분사 남성여성중성
θυροκοπησων

θυροκοπησοντος

θυροκοπησουσα

θυροκοπησουσης

θυροκοπησον

θυροκοπησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 θυροκοπήσομαι

θυροκοπήσει, θυροκοπήσῃ

θυροκοπήσεται

쌍수 θυροκοπήσεσθον

θυροκοπήσεσθον

복수 θυροκοπησόμεθα

θυροκοπήσεσθε

θυροκοπήσονται

기원법단수 θυροκοπησοίμην

θυροκοπήσοιο

θυροκοπήσοιτο

쌍수 θυροκοπήσοισθον

θυροκοπησοίσθην

복수 θυροκοπησοίμεθα

θυροκοπήσοισθε

θυροκοπήσοιντο

부정사 θυροκοπήσεσθαι

분사 남성여성중성
θυροκοπησομενος

θυροκοπησομενου

θυροκοπησομενη

θυροκοπησομενης

θυροκοπησομενον

θυροκοπησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION