Ancient Greek-English Dictionary

πυροβόλος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πυροβόλος πυροβόλον

Structure: πυροβολ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ba/llw

Sense

  1. giving forth fire: - , bolts or arrows tipped with fire

Examples

  • καὶ παρενέβαλεν ἐπὶ τὸ ἁγίασμα ἡμέρασ πολλὰσ καὶ ἔστησεν ἐκεῖ βελοστάσεισ καὶ μηχανὰσ καὶ πυροβόλα καὶ λιθόβολα καὶ σκορπίδια εἰσ τὸ βάλλεσθαι βέλη καὶ σφενδόνασ. (Septuagint, Liber Maccabees I 6:51)
  • τοῦτο δ’ αἰσθόμενοσ ὁ Κάμιλλοσ καὶ δεδοικὼσ παθεῖν ὅπερ ἐποίησεν αὐτὸσ τοὺσ πολεμίουσ κυκλωσάμενοσ ἔσπευδε προλαβεῖν τὸν καιρόν, ὄντοσ δὲ τοῦ περιφράγματοσ ξυλίνου καὶ πνεύματοσ μεγάλου κατιόντοσ ἀπὸ τῶν ὀρῶν ἅμα φάει, πυροβόλα παρασκευασάμενοσ καὶ περὶ τὸν ὄρθρον ἐξαγαγὼν τὴν δύναμιν τοὺσ μὲν ἄλλουσ ἐκέλευσε χρῆσθαι βέλεσι καὶ κραυγῇ καθ’ ἕτερον μέροσ, αὐτὸσ δὲ τοὺσ τὸ πῦρ ἀφήσειν μέλλοντασ ἔχων ὅθεν εἰώθει μάλιστα προσπίπτειν ὁ ἄνεμοσ τῷ χάρακι τῶν πολεμίων ἀνέμενε τὴν ὡρ́αν. (Plutarch, Camillus, chapter 34 3:1)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION