고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: προσεπιτροπεύομαι
Structure: προσεπιτροπεύ (Stem) + ομαι (Ending)
| Middle/Passive | ||||
|---|---|---|---|---|
| 1st person | 2nd person | 3rd person | ||
| Indicative | Singular | προσεπιτροπεύομαι | προσεπιτροπεύει, προσεπιτροπεύῃ | προσεπιτροπεύεται |
| Dual | προσεπιτροπεύεσθον | προσεπιτροπεύεσθον | ||
| Plural | προσεπιτροπευόμεθα | προσεπιτροπεύεσθε | προσεπιτροπεύονται | |
| Subjunctive | Singular | προσεπιτροπεύωμαι | προσεπιτροπεύῃ | προσεπιτροπεύηται |
| Dual | προσεπιτροπεύησθον | προσεπιτροπεύησθον | ||
| Plural | προσεπιτροπευώμεθα | προσεπιτροπεύησθε | προσεπιτροπεύωνται | |
| Optative | Singular | προσεπιτροπευοίμην | προσεπιτροπεύοιο | προσεπιτροπεύοιτο |
| Dual | προσεπιτροπεύοισθον | προσεπιτροπευοίσθην | ||
| Plural | προσεπιτροπευοίμεθα | προσεπιτροπεύοισθε | προσεπιτροπεύοιντο | |
| Imperative | Singular | προσεπιτροπεύου | προσεπιτροπευέσθω | |
| Dual | προσεπιτροπεύεσθον | προσεπιτροπευέσθων | ||
| Plural | προσεπιτροπεύεσθε | προσεπιτροπευέσθων, προσεπιτροπευέσθωσαν | ||
| Infinitive | προσεπιτροπεύεσθαι | |||
| Participle | Masculine | Feminine | Neuter | |
| προσεπιτροπευομενος προσεπιτροπευομενου | προσεπιτροπευομενη προσεπιτροπευομενης | προσεπιτροπευομενον προσεπιτροπευομενου | ||
| Middle/Passive | ||||
|---|---|---|---|---|
| 1st person | 2nd person | 3rd person | ||
| Indicative | Singular | ἐπροσεπιτροπευόμην | ἐπροσεπιτροπεύου | ἐπροσεπιτροπεύετο |
| Dual | ἐπροσεπιτροπεύεσθον | ἐπροσεπιτροπευέσθην | ||
| Plural | ἐπροσεπιτροπευόμεθα | ἐπροσεπιτροπεύεσθε | ἐπροσεπιτροπεύοντο | |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기