Ancient Greek-English Dictionary Language

προσεπισιτίζομαι

Non-contract Verb; 이상동사 Transliteration:

Principal Part: προσεπισιτίζομαι

Structure: προς (Prefix) + ἐπισιτίζ (Stem) + ομαι (Ending)

Sense

  1. to provide oneself with further supplies of corn

Conjugation

Present tense

Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσεπισιτίζομαι προσεπισιτίζει, προσεπισιτίζῃ προσεπισιτίζεται
Dual προσεπισιτίζεσθον προσεπισιτίζεσθον
Plural προσεπισιτιζόμεθα προσεπισιτίζεσθε προσεπισιτίζονται
SubjunctiveSingular προσεπισιτίζωμαι προσεπισιτίζῃ προσεπισιτίζηται
Dual προσεπισιτίζησθον προσεπισιτίζησθον
Plural προσεπισιτιζώμεθα προσεπισιτίζησθε προσεπισιτίζωνται
OptativeSingular προσεπισιτιζοίμην προσεπισιτίζοιο προσεπισιτίζοιτο
Dual προσεπισιτίζοισθον προσεπισιτιζοίσθην
Plural προσεπισιτιζοίμεθα προσεπισιτίζοισθε προσεπισιτίζοιντο
ImperativeSingular προσεπισιτίζου προσεπισιτιζέσθω
Dual προσεπισιτίζεσθον προσεπισιτιζέσθων
Plural προσεπισιτίζεσθε προσεπισιτιζέσθων, προσεπισιτιζέσθωσαν
Infinitive προσεπισιτίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσεπισιτιζομενος προσεπισιτιζομενου προσεπισιτιζομενη προσεπισιτιζομενης προσεπισιτιζομενον προσεπισιτιζομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION