Ancient Greek-English Dictionary Language

προσεντείνω

Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: προσεντείνω προσεντενῶ

Structure: προς (Prefix) + ἐντείν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to strain still more, to lay more, on

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσεντείνω προσεντείνεις προσεντείνει
Dual προσεντείνετον προσεντείνετον
Plural προσεντείνομεν προσεντείνετε προσεντείνουσιν*
SubjunctiveSingular προσεντείνω προσεντείνῃς προσεντείνῃ
Dual προσεντείνητον προσεντείνητον
Plural προσεντείνωμεν προσεντείνητε προσεντείνωσιν*
OptativeSingular προσεντείνοιμι προσεντείνοις προσεντείνοι
Dual προσεντείνοιτον προσεντεινοίτην
Plural προσεντείνοιμεν προσεντείνοιτε προσεντείνοιεν
ImperativeSingular προσέντεινε προσεντεινέτω
Dual προσεντείνετον προσεντεινέτων
Plural προσεντείνετε προσεντεινόντων, προσεντεινέτωσαν
Infinitive προσεντείνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
προσεντεινων προσεντεινοντος προσεντεινουσα προσεντεινουσης προσεντεινον προσεντεινοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular προσεντείνομαι προσεντείνει, προσεντείνῃ προσεντείνεται
Dual προσεντείνεσθον προσεντείνεσθον
Plural προσεντεινόμεθα προσεντείνεσθε προσεντείνονται
SubjunctiveSingular προσεντείνωμαι προσεντείνῃ προσεντείνηται
Dual προσεντείνησθον προσεντείνησθον
Plural προσεντεινώμεθα προσεντείνησθε προσεντείνωνται
OptativeSingular προσεντεινοίμην προσεντείνοιο προσεντείνοιτο
Dual προσεντείνοισθον προσεντεινοίσθην
Plural προσεντεινοίμεθα προσεντείνοισθε προσεντείνοιντο
ImperativeSingular προσεντείνου προσεντεινέσθω
Dual προσεντείνεσθον προσεντεινέσθων
Plural προσεντείνεσθε προσεντεινέσθων, προσεντεινέσθωσαν
Infinitive προσεντείνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
προσεντεινομενος προσεντεινομενου προσεντεινομενη προσεντεινομενης προσεντεινομενον προσεντεινομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to strain still more

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION