헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πορνεῖον

2군 변화 명사; 중성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πορνεῖον πορνεῖου

형태분석: πορνει (어간) + ον (어미)

뜻

  1. 매음굴
  1. a house of ill-fame, brothel

곡용 정보

2군 변화
단수 쌍수 복수
주격 πορνεῖον

매음굴이

πορνείω

매음굴들이

πορνεῖα

매음굴들이

속격 πορνείου

매음굴의

πορνείοιν

매음굴들의

πορνείων

매음굴들의

여격 πορνείῳ

매음굴에게

πορνείοιν

매음굴들에게

πορνείοις

매음굴들에게

대격 πορνεῖον

매음굴을

πορνείω

매음굴들을

πορνεῖα

매음굴들을

호격 πορνεῖον

매음굴아

πορνείω

매음굴들아

πορνεῖα

매음굴들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὥστε σὺ πολλὰ πορνεῖα τῇ τῆσ πράξεωσ εὐχερείᾳ πεποίηκασ. (Aeschines, Speeches, , section 1245)

    (아이스키네스, 연설, , section 1245)

  • πρῶτον μὲν γὰρ ἐν νόμῳ Ὑψίστου ἠπείθησε, καὶ δεύτερον εἰσ ἄνδρα ἑαυτῆσ ἐπλημμέλησε, καὶ τὸ τρίτον ἐν πορνείᾳ ἐμοιχεύθη, ἐξ ἀλλοτρίου ἀνδρὸσ τέκνα παρέστησεν. (Septuagint, Liber Sirach 23:23)

    (70인역 성경, Liber Sirach 23:23)

  • πορνεία γυναικὸσ ἐν μετεωρισμοῖσ ὀφθαλμῶν καὶ ἐν τοῖσ βλεφάροισ αὐτῆσ γνωσθήσεται. (Septuagint, Liber Sirach 26:9)

    (70인역 성경, Liber Sirach 26:9)

  • πόρνη καλὴ καὶ ἐπίχαρισ ἡγουμένη φαρμάκων, ἡ πωλοῦσα ἔθνη ἐν τῇ πορνείᾳ αὐτῆσ καὶ λαοὺσ ἐν τοῖσ φαρμάκοισ αὐτῆσ. (Septuagint, Prophetia Nahum 3:4)

    (70인역 성경, 나훔서 3:4)

  • τῇ ἐλπίδι τῆσ πονηρίασ σου. σὺ γὰρ εἶπασ. ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα. γνῶθι, ὅτι ἡ σύνεσισ τούτων καὶ ἡ πορνεία σου ἔσται σοι αἰσχύνη. καὶ εἶπασ τῇ καρδίᾳ σου. ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα. (Septuagint, Liber Isaiae 47:10)

    (70인역 성경, 이사야서 47:10)

  • ὅτι ἀπ’ αἰῶνοσ συνέτριψασ τὸν ζυγόν σου, διέσπασασ τοὺσ δεσμούσ σου καὶ εἶπασ. οὐ δουλεύσω σοι, ἀλλὰ πορεύσομαι ἐπὶ πάντα βουνὸν ὑψηλὸν καὶ ὑποκάτω παντὸσ ξύλου κατασκίου, ἐκεῖ διαχυθήσομαι ἐν τῇ πορνείᾳ μου. (Septuagint, Liber Ieremiae 2:19)

    (70인역 성경, 예레미야서 2:19)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION