Ancient Greek-English Dictionary Language

πλουτοποιός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πλουτοποιός πλουτοποιόν

Structure: πλουτοποι (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. wealth-creating

Examples

  • διὸ καὶ τὴν γεωργίαν ὁ Νομᾶσ οἱο͂ν εἰρήνησ φίλτρον ἐμμίξασ τοῖσ πολίταισ καὶ μᾶλλον ὡσ ἠθοποιὸν ἢ πλουτοποιὸν ἀγαπήσασ τέχνην, εἰσ μέρη τὴν χώραν διεῖλεν, ἃ πάγουσ προσηγόρευσε, καὶ καθ’ ἕκαστον ἐπισκόπουσ ἔταξε καὶ περιπόλουσ, ἔστι δ̓ ὅτε καὶ αὐτὸσ ἐφορῶν καὶ τεκμαιρόμενοσ ἀπὸ τῶν ἔργων τοὺσ τρόπουσ τῶν πολιτῶν τοὺσ μὲν εἰσ τιμὰσ καὶ πίστεισ ἀνῆγε, τοὺσ δὲ ῥᾳθύμουσ καὶ ἀμελεῖσ ψέγων καὶ κακίζων ἐσωφρόνιζε. (Plutarch, Numa, chapter 16 4:1)

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION