헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πλευροκοπέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πλευροκοπέω πλευροκοπήσω

형태분석: πλευροκοπέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: ko/ptw

  1. to smite the ribs

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλευροκόπω

πλευροκόπεις

πλευροκόπει

쌍수 πλευροκόπειτον

πλευροκόπειτον

복수 πλευροκόπουμεν

πλευροκόπειτε

πλευροκόπουσιν*

접속법단수 πλευροκόπω

πλευροκόπῃς

πλευροκόπῃ

쌍수 πλευροκόπητον

πλευροκόπητον

복수 πλευροκόπωμεν

πλευροκόπητε

πλευροκόπωσιν*

기원법단수 πλευροκόποιμι

πλευροκόποις

πλευροκόποι

쌍수 πλευροκόποιτον

πλευροκοποίτην

복수 πλευροκόποιμεν

πλευροκόποιτε

πλευροκόποιεν

명령법단수 πλευροκο͂πει

πλευροκοπεῖτω

쌍수 πλευροκόπειτον

πλευροκοπεῖτων

복수 πλευροκόπειτε

πλευροκοποῦντων, πλευροκοπεῖτωσαν

부정사 πλευροκόπειν

분사 남성여성중성
πλευροκοπων

πλευροκοπουντος

πλευροκοπουσα

πλευροκοπουσης

πλευροκοπουν

πλευροκοπουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλευροκόπουμαι

πλευροκόπει, πλευροκόπῃ

πλευροκόπειται

쌍수 πλευροκόπεισθον

πλευροκόπεισθον

복수 πλευροκοποῦμεθα

πλευροκόπεισθε

πλευροκόπουνται

접속법단수 πλευροκόπωμαι

πλευροκόπῃ

πλευροκόπηται

쌍수 πλευροκόπησθον

πλευροκόπησθον

복수 πλευροκοπώμεθα

πλευροκόπησθε

πλευροκόπωνται

기원법단수 πλευροκοποίμην

πλευροκόποιο

πλευροκόποιτο

쌍수 πλευροκόποισθον

πλευροκοποίσθην

복수 πλευροκοποίμεθα

πλευροκόποισθε

πλευροκόποιντο

명령법단수 πλευροκόπου

πλευροκοπεῖσθω

쌍수 πλευροκόπεισθον

πλευροκοπεῖσθων

복수 πλευροκόπεισθε

πλευροκοπεῖσθων, πλευροκοπεῖσθωσαν

부정사 πλευροκόπεισθαι

분사 남성여성중성
πλευροκοπουμενος

πλευροκοπουμενου

πλευροκοπουμενη

πλευροκοπουμενης

πλευροκοπουμενον

πλευροκοπουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλευροκοπήσω

πλευροκοπήσεις

πλευροκοπήσει

쌍수 πλευροκοπήσετον

πλευροκοπήσετον

복수 πλευροκοπήσομεν

πλευροκοπήσετε

πλευροκοπήσουσιν*

기원법단수 πλευροκοπήσοιμι

πλευροκοπήσοις

πλευροκοπήσοι

쌍수 πλευροκοπήσοιτον

πλευροκοπησοίτην

복수 πλευροκοπήσοιμεν

πλευροκοπήσοιτε

πλευροκοπήσοιεν

부정사 πλευροκοπήσειν

분사 남성여성중성
πλευροκοπησων

πλευροκοπησοντος

πλευροκοπησουσα

πλευροκοπησουσης

πλευροκοπησον

πλευροκοπησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλευροκοπήσομαι

πλευροκοπήσει, πλευροκοπήσῃ

πλευροκοπήσεται

쌍수 πλευροκοπήσεσθον

πλευροκοπήσεσθον

복수 πλευροκοπησόμεθα

πλευροκοπήσεσθε

πλευροκοπήσονται

기원법단수 πλευροκοπησοίμην

πλευροκοπήσοιο

πλευροκοπήσοιτο

쌍수 πλευροκοπήσοισθον

πλευροκοπησοίσθην

복수 πλευροκοπησοίμεθα

πλευροκοπήσοισθε

πλευροκοπήσοιντο

부정사 πλευροκοπήσεσθαι

분사 남성여성중성
πλευροκοπησομενος

πλευροκοπησομενου

πλευροκοπησομενη

πλευροκοπησομενης

πλευροκοπησομενον

πλευροκοπησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION