헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πλατυγίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πλατυγίζω πλατυγίσω

형태분석: πλατυγίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: platu/s

  1. to beat the water with its wings, to splash about, to make a splash, to swagger

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατυγίζω

πλατυγίζεις

πλατυγίζει

쌍수 πλατυγίζετον

πλατυγίζετον

복수 πλατυγίζομεν

πλατυγίζετε

πλατυγίζουσιν*

접속법단수 πλατυγίζω

πλατυγίζῃς

πλατυγίζῃ

쌍수 πλατυγίζητον

πλατυγίζητον

복수 πλατυγίζωμεν

πλατυγίζητε

πλατυγίζωσιν*

기원법단수 πλατυγίζοιμι

πλατυγίζοις

πλατυγίζοι

쌍수 πλατυγίζοιτον

πλατυγιζοίτην

복수 πλατυγίζοιμεν

πλατυγίζοιτε

πλατυγίζοιεν

명령법단수 πλατύγιζε

πλατυγιζέτω

쌍수 πλατυγίζετον

πλατυγιζέτων

복수 πλατυγίζετε

πλατυγιζόντων, πλατυγιζέτωσαν

부정사 πλατυγίζειν

분사 남성여성중성
πλατυγιζων

πλατυγιζοντος

πλατυγιζουσα

πλατυγιζουσης

πλατυγιζον

πλατυγιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατυγίζομαι

πλατυγίζει, πλατυγίζῃ

πλατυγίζεται

쌍수 πλατυγίζεσθον

πλατυγίζεσθον

복수 πλατυγιζόμεθα

πλατυγίζεσθε

πλατυγίζονται

접속법단수 πλατυγίζωμαι

πλατυγίζῃ

πλατυγίζηται

쌍수 πλατυγίζησθον

πλατυγίζησθον

복수 πλατυγιζώμεθα

πλατυγίζησθε

πλατυγίζωνται

기원법단수 πλατυγιζοίμην

πλατυγίζοιο

πλατυγίζοιτο

쌍수 πλατυγίζοισθον

πλατυγιζοίσθην

복수 πλατυγιζοίμεθα

πλατυγίζοισθε

πλατυγίζοιντο

명령법단수 πλατυγίζου

πλατυγιζέσθω

쌍수 πλατυγίζεσθον

πλατυγιζέσθων

복수 πλατυγίζεσθε

πλατυγιζέσθων, πλατυγιζέσθωσαν

부정사 πλατυγίζεσθαι

분사 남성여성중성
πλατυγιζομενος

πλατυγιζομενου

πλατυγιζομενη

πλατυγιζομενης

πλατυγιζομενον

πλατυγιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατυγίσω

πλατυγίσεις

πλατυγίσει

쌍수 πλατυγίσετον

πλατυγίσετον

복수 πλατυγίσομεν

πλατυγίσετε

πλατυγίσουσιν*

기원법단수 πλατυγίσοιμι

πλατυγίσοις

πλατυγίσοι

쌍수 πλατυγίσοιτον

πλατυγισοίτην

복수 πλατυγίσοιμεν

πλατυγίσοιτε

πλατυγίσοιεν

부정사 πλατυγίσειν

분사 남성여성중성
πλατυγισων

πλατυγισοντος

πλατυγισουσα

πλατυγισουσης

πλατυγισον

πλατυγισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πλατυγίσομαι

πλατυγίσει, πλατυγίσῃ

πλατυγίσεται

쌍수 πλατυγίσεσθον

πλατυγίσεσθον

복수 πλατυγισόμεθα

πλατυγίσεσθε

πλατυγίσονται

기원법단수 πλατυγισοίμην

πλατυγίσοιο

πλατυγίσοιτο

쌍수 πλατυγίσοισθον

πλατυγισοίσθην

복수 πλατυγισοίμεθα

πλατυγίσοισθε

πλατυγίσοιντο

부정사 πλατυγίσεσθαι

분사 남성여성중성
πλατυγισομενος

πλατυγισομενου

πλατυγισομενη

πλατυγισομενης

πλατυγισομενον

πλατυγισομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τί θαλαττοκοπεῖσ καὶ πλατυγίζεισ, μιαρώτατοσ ὢν περὶ τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων; (Aristotle, Agon, pnigos2)

    (아리스토텔레스, Agon, pnigos2)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION