Ancient Greek-English Dictionary Language

πλαστικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πλαστικός

Structure: πλαστικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: pla/ssw

Sense

  1. fit for moulding; plastic
  2. (of people) gifted in sculpture

Examples

  • καί μοι δοκῶ συνεργῶν καὶ αὐτὸσ δεήσεσθαι πρὸσ τὴν εἰκόνα, οὐ πλαστῶν οὐδὲ γραφέων μόνον, ἀλλὰ καὶ φιλοσόφων, ὡσ πρὸσ τοὺσ ἐκείνων κανόνασ ἀπευθῦναι τὸ ἄγαλμα καὶ δεῖξαι κατὰ τὴν ἀρχαίαν πλαστικὴν κατεσκευασμένον. (Lucian, Imagines, (no name) 12:4)
  • τὸν δὲ ἀνδριάντα Πυθαγόρασ ἐποίησεν ὁ Ῥηγῖνοσ, εἴπερ τισ καὶ ἄλλοσ ἀγαθὸσ τὰ ἐσ πλαστικήν. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 4 6:1)
  • καὶ μὴν τό γε κάλλιστον τῆσ τέχνησ καὶ τελεώτατον καὶ ᾧ γραφικὴν ἢ πλαστικὴν εἶναι διαφέρει, τοῦτ’ ἐστὶν ἡ τοῦ χρώματοσ δή που μίξισ. (Aristides, Aelius, Orationes, 37:18)

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION