Ancient Greek-English Dictionary Language

πεζοπόρος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πεζοπόρος πεζοπόρον

Structure: πεζοπορ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. going by land

Examples

  • Εὔφορτοι νᾶεσ πελαγίτιδεσ, αἳ πόρον Ἕλλησ πλεῖτε, καλὸν κόλποισ δεξάμεναι Βορέην, ἤν που ἐπ’ ἠιόνων Κῴαν κατὰ νᾶσον ἴδητε Φανίον εἰσ χαροπὸν δερκομεναν πέλαγοσ, τοῦτ’ ἔποσ ἀγγείλαιτε, καλαὶ νέεσ, ὥσ με κομίζει ἵμεροσ οὐ ναύταν, ποσσὶ δὲ πεζοπόρον. (Unknown, Greek Anthology, Volume IV, book 12, chapter 531)
  • τὸν γαίησ καὶ πόντου ἀμειφθείσαισι κελεύθοισ ναύτην ἠπείρου, πεζοπόρον πελάγουσ, ἐν τρισσαῖσ δοράτων ἑκατοντάσιν ἔστεγεν ἄρησ Σπάρτησ. (Unknown, Greek Anthology, Volume III, book 9, chapter 3041)

Synonyms

  1. going by land

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION