헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πευστήριος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πευστήριος πευστήριᾱ πευστήριον

형태분석: πευστηρι (어간) + ος (어미)

  1. of or for inquiry, for learning the will of the gods

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 πευστήριος

(이)가

πευστηρίᾱ

(이)가

πευστήριον

(것)가

속격 πευστηρίου

(이)의

πευστηρίᾱς

(이)의

πευστηρίου

(것)의

여격 πευστηρίῳ

(이)에게

πευστηρίᾱͅ

(이)에게

πευστηρίῳ

(것)에게

대격 πευστήριον

(이)를

πευστηρίᾱν

(이)를

πευστήριον

(것)를

호격 πευστήριε

(이)야

πευστηρίᾱ

(이)야

πευστήριον

(것)야

쌍수주/대/호 πευστηρίω

(이)들이

πευστηρίᾱ

(이)들이

πευστηρίω

(것)들이

속/여 πευστηρίοιν

(이)들의

πευστηρίαιν

(이)들의

πευστηρίοιν

(것)들의

복수주격 πευστήριοι

(이)들이

πευστήριαι

(이)들이

πευστήρια

(것)들이

속격 πευστηρίων

(이)들의

πευστηριῶν

(이)들의

πευστηρίων

(것)들의

여격 πευστηρίοις

(이)들에게

πευστηρίαις

(이)들에게

πευστηρίοις

(것)들에게

대격 πευστηρίους

(이)들을

πευστηρίᾱς

(이)들을

πευστήρια

(것)들을

호격 πευστήριοι

(이)들아

πευστήριαι

(이)들아

πευστήρια

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION