헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περικαταρρήγνυμι

-νυμι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περικαταρρήγνυμι περικαταρρήξω

형태분석: περι (접두사) + κατα (접두사) + ρήγνυ (어간) + μι (인칭어미)

  1. 옷을 벗다
  1. to tear off round about, strip off, she tore off and rent her

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικαταρρήγνυμι

(나는) 옷을 벗는다

περικαταρρήγνυς

(너는) 옷을 벗는다

περικαταρρήγνυσιν*

(그는) 옷을 벗는다

쌍수 περικαταρρήγνυτον

(너희 둘은) 옷을 벗는다

περικαταρρήγνυτον

(그 둘은) 옷을 벗는다

복수 περικαταρρήγνυμεν

(우리는) 옷을 벗는다

περικαταρρήγνυτε

(너희는) 옷을 벗는다

περικαταρρηγνύᾱσιν*

(그들은) 옷을 벗는다

접속법단수 περικαταρρηγνύω

(나는) 옷을 벗자

περικαταρρηγνύῃς

(너는) 옷을 벗자

περικαταρρηγνύῃ

(그는) 옷을 벗자

쌍수 περικαταρρηγνύητον

(너희 둘은) 옷을 벗자

περικαταρρηγνύητον

(그 둘은) 옷을 벗자

복수 περικαταρρηγνύωμεν

(우리는) 옷을 벗자

περικαταρρηγνύητε

(너희는) 옷을 벗자

περικαταρρηγνύωσιν*

(그들은) 옷을 벗자

기원법단수 περικαταρρηγνύοιμι

(나는) 옷을 벗기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοις

(너는) 옷을 벗기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοι

(그는) 옷을 벗기를 (바라다)

쌍수 περικαταρρηγνύοιτον

(너희 둘은) 옷을 벗기를 (바라다)

περικαταρρηγνυοίτην

(그 둘은) 옷을 벗기를 (바라다)

복수 περικαταρρηγνύοιμεν

(우리는) 옷을 벗기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοιτε

(너희는) 옷을 벗기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοιεν

(그들은) 옷을 벗기를 (바라다)

명령법단수 περικαταρρήγνυ

(너는) 옷을 벗어라

περικαταρρηγνύτω

(그는) 옷을 벗어라

쌍수 περικαταρρήγνυτον

(너희 둘은) 옷을 벗어라

περικαταρρηγνύτων

(그 둘은) 옷을 벗어라

복수 περικαταρρήγνυτε

(너희는) 옷을 벗어라

περικαταρρηγνύντων

(그들은) 옷을 벗어라

부정사 περικαταρρηγνύναι

옷을 벗는 것

분사 남성여성중성
περικαταρρηγνῡς

περικαταρρηγνυντος

περικαταρρηγνῡσα

περικαταρρηγνῡσης

περικαταρρηγνυν

περικαταρρηγνυντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικαταρρήγνυμαι

(나는) 옷을 벗긴다

περικαταρρήγνυσαι

(너는) 옷을 벗긴다

περικαταρρήγνυται

(그는) 옷을 벗긴다

쌍수 περικαταρρήγνυσθον

(너희 둘은) 옷을 벗긴다

περικαταρρήγνυσθον

(그 둘은) 옷을 벗긴다

복수 περικαταρρηγνύμεθα

(우리는) 옷을 벗긴다

περικαταρρήγνυσθε

(너희는) 옷을 벗긴다

περικαταρρήγνυνται

(그들은) 옷을 벗긴다

접속법단수 περικαταρρηγνύωμαι

(나는) 옷을 벗기자

περικαταρρηγνύῃ

(너는) 옷을 벗기자

περικαταρρηγνύηται

(그는) 옷을 벗기자

쌍수 περικαταρρηγνύησθον

(너희 둘은) 옷을 벗기자

περικαταρρηγνύησθον

(그 둘은) 옷을 벗기자

복수 περικαταρρηγνυώμεθα

(우리는) 옷을 벗기자

περικαταρρηγνύησθε

(너희는) 옷을 벗기자

περικαταρρηγνύωνται

(그들은) 옷을 벗기자

기원법단수 περικαταρρηγνυοίμην

(나는) 옷을 벗기기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοιο

(너는) 옷을 벗기기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοιτο

(그는) 옷을 벗기기를 (바라다)

쌍수 περικαταρρηγνύοισθον

(너희 둘은) 옷을 벗기기를 (바라다)

περικαταρρηγνυοίσθην

(그 둘은) 옷을 벗기기를 (바라다)

복수 περικαταρρηγνυοίμεθα

(우리는) 옷을 벗기기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοισθε

(너희는) 옷을 벗기기를 (바라다)

περικαταρρηγνύοιντο

(그들은) 옷을 벗기기를 (바라다)

명령법단수 περικαταρρήγνυσο

(너는) 옷을 벗겨라

περικαταρρηγνύσθω

(그는) 옷을 벗겨라

쌍수 περικαταρρήγνυσθον

(너희 둘은) 옷을 벗겨라

περικαταρρηγνύσθων

(그 둘은) 옷을 벗겨라

복수 περικαταρρήγνυσθε

(너희는) 옷을 벗겨라

περικαταρρηγνύσθων

(그들은) 옷을 벗겨라

부정사 περικαταρρήγνυσθαι

옷을 벗기는 것

분사 남성여성중성
περικαταρρηγνυμενος

περικαταρρηγνυμενου

περικαταρρηγνυμενη

περικαταρρηγνυμενης

περικαταρρηγνυμενον

περικαταρρηγνυμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικαταρρήξω

(나는) 옷을 벗겠다

περικαταρρήξεις

(너는) 옷을 벗겠다

περικαταρρήξει

(그는) 옷을 벗겠다

쌍수 περικαταρρήξετον

(너희 둘은) 옷을 벗겠다

περικαταρρήξετον

(그 둘은) 옷을 벗겠다

복수 περικαταρρήξομεν

(우리는) 옷을 벗겠다

περικαταρρήξετε

(너희는) 옷을 벗겠다

περικαταρρήξουσιν*

(그들은) 옷을 벗겠다

기원법단수 περικαταρρήξοιμι

(나는) 옷을 벗겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοις

(너는) 옷을 벗겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοι

(그는) 옷을 벗겠기를 (바라다)

쌍수 περικαταρρήξοιτον

(너희 둘은) 옷을 벗겠기를 (바라다)

περικαταρρηξοίτην

(그 둘은) 옷을 벗겠기를 (바라다)

복수 περικαταρρήξοιμεν

(우리는) 옷을 벗겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοιτε

(너희는) 옷을 벗겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοιεν

(그들은) 옷을 벗겠기를 (바라다)

부정사 περικαταρρήξειν

옷을 벗을 것

분사 남성여성중성
περικαταρρηξων

περικαταρρηξοντος

περικαταρρηξουσα

περικαταρρηξουσης

περικαταρρηξον

περικαταρρηξοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικαταρρήξομαι

(나는) 옷을 벗기겠다

περικαταρρήξει, περικαταρρήξῃ

(너는) 옷을 벗기겠다

περικαταρρήξεται

(그는) 옷을 벗기겠다

쌍수 περικαταρρήξεσθον

(너희 둘은) 옷을 벗기겠다

περικαταρρήξεσθον

(그 둘은) 옷을 벗기겠다

복수 περικαταρρηξόμεθα

(우리는) 옷을 벗기겠다

περικαταρρήξεσθε

(너희는) 옷을 벗기겠다

περικαταρρήξονται

(그들은) 옷을 벗기겠다

기원법단수 περικαταρρηξοίμην

(나는) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοιο

(너는) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοιτο

(그는) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

쌍수 περικαταρρήξοισθον

(너희 둘은) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

περικαταρρηξοίσθην

(그 둘은) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

복수 περικαταρρηξοίμεθα

(우리는) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοισθε

(너희는) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

περικαταρρήξοιντο

(그들은) 옷을 벗기겠기를 (바라다)

부정사 περικαταρρήξεσθαι

옷을 벗길 것

분사 남성여성중성
περικαταρρηξομενος

περικαταρρηξομενου

περικαταρρηξομενη

περικαταρρηξομενης

περικαταρρηξομενον

περικαταρρηξομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικατέρρηγνυν

(나는) 옷을 벗고 있었다

περικατέρρηγνυς

(너는) 옷을 벗고 있었다

περικατέρρηγνυν*

(그는) 옷을 벗고 있었다

쌍수 περικατερρήγνυτον

(너희 둘은) 옷을 벗고 있었다

περικατερρηγνύτην

(그 둘은) 옷을 벗고 있었다

복수 περικατερρήγνυμεν

(우리는) 옷을 벗고 있었다

περικατερρήγνυτε

(너희는) 옷을 벗고 있었다

περικατερρήγνυσαν

(그들은) 옷을 벗고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικατερρηγνύμην

(나는) 옷을 벗기고 있었다

περικατερρηγνύου, περικατερρήγνυσο

(너는) 옷을 벗기고 있었다

περικατερρήγνυτο

(그는) 옷을 벗기고 있었다

쌍수 περικατερρήγνυσθον

(너희 둘은) 옷을 벗기고 있었다

περικατερρηγνύσθην

(그 둘은) 옷을 벗기고 있었다

복수 περικατερρηγνύμεθα

(우리는) 옷을 벗기고 있었다

περικατερρήγνυσθε

(너희는) 옷을 벗기고 있었다

περικατερρήγνυντο

(그들은) 옷을 벗기고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION