헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περίφρακτος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περίφρακτος περίφρακτον

형태분석: περιφρακτ (어간) + ος (어미)

어원: from perifra/ssw

  1. fenced round, an inclosure

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 περίφρακτος

(이)가

περίφρακτον

(것)가

속격 περιφράκτου

(이)의

περιφράκτου

(것)의

여격 περιφράκτῳ

(이)에게

περιφράκτῳ

(것)에게

대격 περίφρακτον

(이)를

περίφρακτον

(것)를

호격 περίφρακτε

(이)야

περίφρακτον

(것)야

쌍수주/대/호 περιφράκτω

(이)들이

περιφράκτω

(것)들이

속/여 περιφράκτοιν

(이)들의

περιφράκτοιν

(것)들의

복수주격 περίφρακτοι

(이)들이

περίφρακτα

(것)들이

속격 περιφράκτων

(이)들의

περιφράκτων

(것)들의

여격 περιφράκτοις

(이)들에게

περιφράκτοις

(것)들에게

대격 περιφράκτους

(이)들을

περίφρακτα

(것)들을

호격 περίφρακτοι

(이)들아

περίφρακτα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐν Ἰνδοῖσ τοῖσ Μαχλαίοισ, οἳ τὰ λαιὰ τοῦ Ἰνδοῦ ποταμοῦ, εἰ κατὰ ῥοῦν αὐτοῦ βλέποισ, ἐπινεμόμενοι μέχρι πρὸσ τὸν Ὠκεανὸν καθήκουσι, παρὰ τούτοισ ἄλσοσ ἐστὶν ἐν περιφράκτῳ, οὐ πάνυ μεγάλῳ χωρίῳ, συνηρεφεῖ δέ· (Lucian, (no name) 6:2)

    (루키아노스, (no name) 6:2)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION