헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παρεξαυλέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παρεξαυλέω παρεξαυλήσω

형태분석: παρεξαυλέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 겪다, 견디다, 고통을 주다
  1. worn out by being played upon, worn out

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεξαυλῶ

(나는) 겪는다

παρεξαυλεῖς

(너는) 겪는다

παρεξαυλεῖ

(그는) 겪는다

쌍수 παρεξαυλεῖτον

(너희 둘은) 겪는다

παρεξαυλεῖτον

(그 둘은) 겪는다

복수 παρεξαυλοῦμεν

(우리는) 겪는다

παρεξαυλεῖτε

(너희는) 겪는다

παρεξαυλοῦσιν*

(그들은) 겪는다

접속법단수 παρεξαυλῶ

(나는) 겪자

παρεξαυλῇς

(너는) 겪자

παρεξαυλῇ

(그는) 겪자

쌍수 παρεξαυλῆτον

(너희 둘은) 겪자

παρεξαυλῆτον

(그 둘은) 겪자

복수 παρεξαυλῶμεν

(우리는) 겪자

παρεξαυλῆτε

(너희는) 겪자

παρεξαυλῶσιν*

(그들은) 겪자

기원법단수 παρεξαυλοῖμι

(나는) 겪기를 (바라다)

παρεξαυλοῖς

(너는) 겪기를 (바라다)

παρεξαυλοῖ

(그는) 겪기를 (바라다)

쌍수 παρεξαυλοῖτον

(너희 둘은) 겪기를 (바라다)

παρεξαυλοίτην

(그 둘은) 겪기를 (바라다)

복수 παρεξαυλοῖμεν

(우리는) 겪기를 (바라다)

παρεξαυλοῖτε

(너희는) 겪기를 (바라다)

παρεξαυλοῖεν

(그들은) 겪기를 (바라다)

명령법단수 παρεξαύλει

(너는) 겪어라

παρεξαυλείτω

(그는) 겪어라

쌍수 παρεξαυλεῖτον

(너희 둘은) 겪어라

παρεξαυλείτων

(그 둘은) 겪어라

복수 παρεξαυλεῖτε

(너희는) 겪어라

παρεξαυλούντων, παρεξαυλείτωσαν

(그들은) 겪어라

부정사 παρεξαυλεῖν

겪는 것

분사 남성여성중성
παρεξαυλων

παρεξαυλουντος

παρεξαυλουσα

παρεξαυλουσης

παρεξαυλουν

παρεξαυλουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεξαυλοῦμαι

(나는) 겪어진다

παρεξαυλεῖ, παρεξαυλῇ

(너는) 겪어진다

παρεξαυλεῖται

(그는) 겪어진다

쌍수 παρεξαυλεῖσθον

(너희 둘은) 겪어진다

παρεξαυλεῖσθον

(그 둘은) 겪어진다

복수 παρεξαυλούμεθα

(우리는) 겪어진다

παρεξαυλεῖσθε

(너희는) 겪어진다

παρεξαυλοῦνται

(그들은) 겪어진다

접속법단수 παρεξαυλῶμαι

(나는) 겪어지자

παρεξαυλῇ

(너는) 겪어지자

παρεξαυλῆται

(그는) 겪어지자

쌍수 παρεξαυλῆσθον

(너희 둘은) 겪어지자

παρεξαυλῆσθον

(그 둘은) 겪어지자

복수 παρεξαυλώμεθα

(우리는) 겪어지자

παρεξαυλῆσθε

(너희는) 겪어지자

παρεξαυλῶνται

(그들은) 겪어지자

기원법단수 παρεξαυλοίμην

(나는) 겪어지기를 (바라다)

παρεξαυλοῖο

(너는) 겪어지기를 (바라다)

παρεξαυλοῖτο

(그는) 겪어지기를 (바라다)

쌍수 παρεξαυλοῖσθον

(너희 둘은) 겪어지기를 (바라다)

παρεξαυλοίσθην

(그 둘은) 겪어지기를 (바라다)

복수 παρεξαυλοίμεθα

(우리는) 겪어지기를 (바라다)

παρεξαυλοῖσθε

(너희는) 겪어지기를 (바라다)

παρεξαυλοῖντο

(그들은) 겪어지기를 (바라다)

명령법단수 παρεξαυλοῦ

(너는) 겪어져라

παρεξαυλείσθω

(그는) 겪어져라

쌍수 παρεξαυλεῖσθον

(너희 둘은) 겪어져라

παρεξαυλείσθων

(그 둘은) 겪어져라

복수 παρεξαυλεῖσθε

(너희는) 겪어져라

παρεξαυλείσθων, παρεξαυλείσθωσαν

(그들은) 겪어져라

부정사 παρεξαυλεῖσθαι

겪어지는 것

분사 남성여성중성
παρεξαυλουμενος

παρεξαυλουμενου

παρεξαυλουμενη

παρεξαυλουμενης

παρεξαυλουμενον

παρεξαυλουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεξαυλήσω

(나는) 겪겠다

παρεξαυλήσεις

(너는) 겪겠다

παρεξαυλήσει

(그는) 겪겠다

쌍수 παρεξαυλήσετον

(너희 둘은) 겪겠다

παρεξαυλήσετον

(그 둘은) 겪겠다

복수 παρεξαυλήσομεν

(우리는) 겪겠다

παρεξαυλήσετε

(너희는) 겪겠다

παρεξαυλήσουσιν*

(그들은) 겪겠다

기원법단수 παρεξαυλήσοιμι

(나는) 겪겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοις

(너는) 겪겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοι

(그는) 겪겠기를 (바라다)

쌍수 παρεξαυλήσοιτον

(너희 둘은) 겪겠기를 (바라다)

παρεξαυλησοίτην

(그 둘은) 겪겠기를 (바라다)

복수 παρεξαυλήσοιμεν

(우리는) 겪겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοιτε

(너희는) 겪겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοιεν

(그들은) 겪겠기를 (바라다)

부정사 παρεξαυλήσειν

겪을 것

분사 남성여성중성
παρεξαυλησων

παρεξαυλησοντος

παρεξαυλησουσα

παρεξαυλησουσης

παρεξαυλησον

παρεξαυλησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεξαυλήσομαι

(나는) 겪어지겠다

παρεξαυλήσει, παρεξαυλήσῃ

(너는) 겪어지겠다

παρεξαυλήσεται

(그는) 겪어지겠다

쌍수 παρεξαυλήσεσθον

(너희 둘은) 겪어지겠다

παρεξαυλήσεσθον

(그 둘은) 겪어지겠다

복수 παρεξαυλησόμεθα

(우리는) 겪어지겠다

παρεξαυλήσεσθε

(너희는) 겪어지겠다

παρεξαυλήσονται

(그들은) 겪어지겠다

기원법단수 παρεξαυλησοίμην

(나는) 겪어지겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοιο

(너는) 겪어지겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοιτο

(그는) 겪어지겠기를 (바라다)

쌍수 παρεξαυλήσοισθον

(너희 둘은) 겪어지겠기를 (바라다)

παρεξαυλησοίσθην

(그 둘은) 겪어지겠기를 (바라다)

복수 παρεξαυλησοίμεθα

(우리는) 겪어지겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοισθε

(너희는) 겪어지겠기를 (바라다)

παρεξαυλήσοιντο

(그들은) 겪어지겠기를 (바라다)

부정사 παρεξαυλήσεσθαι

겪어질 것

분사 남성여성중성
παρεξαυλησομενος

παρεξαυλησομενου

παρεξαυλησομενη

παρεξαυλησομενης

παρεξαυλησομενον

παρεξαυλησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπαρεξαύλουν

(나는) 겪고 있었다

ἐπαρεξαύλεις

(너는) 겪고 있었다

ἐπαρεξαύλειν*

(그는) 겪고 있었다

쌍수 ἐπαρεξαυλεῖτον

(너희 둘은) 겪고 있었다

ἐπαρεξαυλείτην

(그 둘은) 겪고 있었다

복수 ἐπαρεξαυλοῦμεν

(우리는) 겪고 있었다

ἐπαρεξαυλεῖτε

(너희는) 겪고 있었다

ἐπαρεξαύλουν

(그들은) 겪고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπαρεξαυλούμην

(나는) 겪어지고 있었다

ἐπαρεξαυλοῦ

(너는) 겪어지고 있었다

ἐπαρεξαυλεῖτο

(그는) 겪어지고 있었다

쌍수 ἐπαρεξαυλεῖσθον

(너희 둘은) 겪어지고 있었다

ἐπαρεξαυλείσθην

(그 둘은) 겪어지고 있었다

복수 ἐπαρεξαυλούμεθα

(우리는) 겪어지고 있었다

ἐπαρεξαυλεῖσθε

(너희는) 겪어지고 있었다

ἐπαρεξαυλοῦντο

(그들은) 겪어지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION