헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πάναισχρος

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πάναισχρος πάναισχρον

형태분석: παναισχρ (어간) + ος (어미)

어원: = panaisxh/s Sup. -ai/sxistos Anth.

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 πάναισχρος

(이)가

πάναισχρον

(것)가

속격 παναίσχρου

(이)의

παναίσχρου

(것)의

여격 παναίσχρῳ

(이)에게

παναίσχρῳ

(것)에게

대격 πάναισχρον

(이)를

πάναισχρον

(것)를

호격 πάναισχρε

(이)야

πάναισχρον

(것)야

쌍수주/대/호 παναίσχρω

(이)들이

παναίσχρω

(것)들이

속/여 παναίσχροιν

(이)들의

παναίσχροιν

(것)들의

복수주격 πάναισχροι

(이)들이

πάναισχρα

(것)들이

속격 παναίσχρων

(이)들의

παναίσχρων

(것)들의

여격 παναίσχροις

(이)들에게

παναίσχροις

(것)들에게

대격 παναίσχρους

(이)들을

πάναισχρα

(것)들을

호격 πάναισχροι

(이)들아

πάναισχρα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τὸ δὲ πρᾶγμα εἰ τοιοῦτόν ἐστιν ὥστε πάναισχρον δοκεῖν ἐξεταζόμενον, τοσούτῳ προθυμότερον ὑμᾶσ ἀκούειν δεῖ τοῦ λέγοντοσ, ὥστε ἀπηλλάχθαι τὸ λοιπὸν τῆσ αἰσχύνησ. (Dio, Chrysostom, Orationes, 45:3)

    (디오, 크리소토모스, 연설, 45:3)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION