헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παλινστομέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παλινστομέω

형태분석: παλινστομέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to speak words of ill omen

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παλινστομῶ

παλινστομεῖς

παλινστομεῖ

쌍수 παλινστομεῖτον

παλινστομεῖτον

복수 παλινστομοῦμεν

παλινστομεῖτε

παλινστομοῦσιν*

접속법단수 παλινστομῶ

παλινστομῇς

παλινστομῇ

쌍수 παλινστομῆτον

παλινστομῆτον

복수 παλινστομῶμεν

παλινστομῆτε

παλινστομῶσιν*

기원법단수 παλινστομοῖμι

παλινστομοῖς

παλινστομοῖ

쌍수 παλινστομοῖτον

παλινστομοίτην

복수 παλινστομοῖμεν

παλινστομοῖτε

παλινστομοῖεν

명령법단수 παλινστόμει

παλινστομείτω

쌍수 παλινστομεῖτον

παλινστομείτων

복수 παλινστομεῖτε

παλινστομούντων, παλινστομείτωσαν

부정사 παλινστομεῖν

분사 남성여성중성
παλινστομων

παλινστομουντος

παλινστομουσα

παλινστομουσης

παλινστομουν

παλινστομουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παλινστομοῦμαι

παλινστομεῖ, παλινστομῇ

παλινστομεῖται

쌍수 παλινστομεῖσθον

παλινστομεῖσθον

복수 παλινστομούμεθα

παλινστομεῖσθε

παλινστομοῦνται

접속법단수 παλινστομῶμαι

παλινστομῇ

παλινστομῆται

쌍수 παλινστομῆσθον

παλινστομῆσθον

복수 παλινστομώμεθα

παλινστομῆσθε

παλινστομῶνται

기원법단수 παλινστομοίμην

παλινστομοῖο

παλινστομοῖτο

쌍수 παλινστομοῖσθον

παλινστομοίσθην

복수 παλινστομοίμεθα

παλινστομοῖσθε

παλινστομοῖντο

명령법단수 παλινστομοῦ

παλινστομείσθω

쌍수 παλινστομεῖσθον

παλινστομείσθων

복수 παλινστομεῖσθε

παλινστομείσθων, παλινστομείσθωσαν

부정사 παλινστομεῖσθαι

분사 남성여성중성
παλινστομουμενος

παλινστομουμενου

παλινστομουμενη

παλινστομουμενης

παλινστομουμενον

παλινστομουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to speak words of ill omen

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION