고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: οἰωνιστικός οἰωνιστική οἰωνιστικόν
형태분석: οἰωνιστικ (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | οἰωνιστικός (이)가 | οἰωνιστική (이)가 | οἰωνιστικόν (것)가 |
| 속격 | οἰωνιστικοῦ (이)의 | οἰωνιστικῆς (이)의 | οἰωνιστικοῦ (것)의 | |
| 여격 | οἰωνιστικῷ (이)에게 | οἰωνιστικῇ (이)에게 | οἰωνιστικῷ (것)에게 | |
| 대격 | οἰωνιστικόν (이)를 | οἰωνιστικήν (이)를 | οἰωνιστικόν (것)를 | |
| 호격 | οἰωνιστικέ (이)야 | οἰωνιστική (이)야 | οἰωνιστικόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | οἰωνιστικώ (이)들이 | οἰωνιστικᾱ́ (이)들이 | οἰωνιστικώ (것)들이 |
| 속/여 | οἰωνιστικοῖν (이)들의 | οἰωνιστικαῖν (이)들의 | οἰωνιστικοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | οἰωνιστικοί (이)들이 | οἰωνιστικαί (이)들이 | οἰωνιστικά (것)들이 |
| 속격 | οἰωνιστικῶν (이)들의 | οἰωνιστικῶν (이)들의 | οἰωνιστικῶν (것)들의 | |
| 여격 | οἰωνιστικοῖς (이)들에게 | οἰωνιστικαῖς (이)들에게 | οἰωνιστικοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | οἰωνιστικούς (이)들을 | οἰωνιστικᾱ́ς (이)들을 | οἰωνιστικά (것)들을 | |
| 호격 | οἰωνιστικοί (이)들아 | οἰωνιστικαί (이)들아 | οἰωνιστικά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
οἰωνιστικός οἰωνιστικοῦ (이)의 |
οἰωνιστικότερος οἰωνιστικοτεροῦ 더 (이)의 |
οἰωνιστικότατος οἰωνιστικοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | οἰωνιστικώς | οἰωνιστικότερον | οἰωνιστικότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기