고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: νουθετητικός νουθετητική νουθετητικόν
Structure: νουθετητικ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | νουθετητικός | νουθετητική | νουθετητικόν |
| Genitive | νουθετητικοῦ | νουθετητικῆς | νουθετητικοῦ | |
| Dative | νουθετητικῷ | νουθετητικῇ | νουθετητικῷ | |
| Accusative | νουθετητικόν | νουθετητικήν | νουθετητικόν | |
| Vocative | νουθετητικέ | νουθετητική | νουθετητικόν | |
| Dual | N/A/V | νουθετητικώ | νουθετητικᾱ́ | νουθετητικώ |
| G/D | νουθετητικοῖν | νουθετητικαῖν | νουθετητικοῖν | |
| Plural | Nominative | νουθετητικοί | νουθετητικαί | νουθετητικά |
| Genitive | νουθετητικῶν | νουθετητικῶν | νουθετητικῶν | |
| Dative | νουθετητικοῖς | νουθετητικαῖς | νουθετητικοῖς | |
| Accusative | νουθετητικούς | νουθετητικᾱ́ς | νουθετητικά | |
| Vocative | νουθετητικοί | νουθετητικαί | νουθετητικά | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | νουθετητικός νουθετητικοῦ | νουθετητικότερος νουθετητικοτεροῦ | νουθετητικότατος νουθετητικοτατοῦ |
| Adverb | νουθετητικώς | νουθετητικότερον | νουθετητικότατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기