헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μοσχοποιέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μοσχοποιέω μοσχοποιήσω

형태분석: μοσχοποιέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to make a calf.

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μοσχοποίω

μοσχοποίεις

μοσχοποίει

쌍수 μοσχοποίειτον

μοσχοποίειτον

복수 μοσχοποίουμεν

μοσχοποίειτε

μοσχοποίουσιν*

접속법단수 μοσχοποίω

μοσχοποίῃς

μοσχοποίῃ

쌍수 μοσχοποίητον

μοσχοποίητον

복수 μοσχοποίωμεν

μοσχοποίητε

μοσχοποίωσιν*

기원법단수 μοσχοποίοιμι

μοσχοποίοις

μοσχοποίοι

쌍수 μοσχοποίοιτον

μοσχοποιοίτην

복수 μοσχοποίοιμεν

μοσχοποίοιτε

μοσχοποίοιεν

명령법단수 μοσχοποῖει

μοσχοποιεῖτω

쌍수 μοσχοποίειτον

μοσχοποιεῖτων

복수 μοσχοποίειτε

μοσχοποιοῦντων, μοσχοποιεῖτωσαν

부정사 μοσχοποίειν

분사 남성여성중성
μοσχοποιων

μοσχοποιουντος

μοσχοποιουσα

μοσχοποιουσης

μοσχοποιουν

μοσχοποιουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μοσχοποίουμαι

μοσχοποίει, μοσχοποίῃ

μοσχοποίειται

쌍수 μοσχοποίεισθον

μοσχοποίεισθον

복수 μοσχοποιοῦμεθα

μοσχοποίεισθε

μοσχοποίουνται

접속법단수 μοσχοποίωμαι

μοσχοποίῃ

μοσχοποίηται

쌍수 μοσχοποίησθον

μοσχοποίησθον

복수 μοσχοποιώμεθα

μοσχοποίησθε

μοσχοποίωνται

기원법단수 μοσχοποιοίμην

μοσχοποίοιο

μοσχοποίοιτο

쌍수 μοσχοποίοισθον

μοσχοποιοίσθην

복수 μοσχοποιοίμεθα

μοσχοποίοισθε

μοσχοποίοιντο

명령법단수 μοσχοποίου

μοσχοποιεῖσθω

쌍수 μοσχοποίεισθον

μοσχοποιεῖσθων

복수 μοσχοποίεισθε

μοσχοποιεῖσθων, μοσχοποιεῖσθωσαν

부정사 μοσχοποίεισθαι

분사 남성여성중성
μοσχοποιουμενος

μοσχοποιουμενου

μοσχοποιουμενη

μοσχοποιουμενης

μοσχοποιουμενον

μοσχοποιουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μοσχοποιήσω

μοσχοποιήσεις

μοσχοποιήσει

쌍수 μοσχοποιήσετον

μοσχοποιήσετον

복수 μοσχοποιήσομεν

μοσχοποιήσετε

μοσχοποιήσουσιν*

기원법단수 μοσχοποιήσοιμι

μοσχοποιήσοις

μοσχοποιήσοι

쌍수 μοσχοποιήσοιτον

μοσχοποιησοίτην

복수 μοσχοποιήσοιμεν

μοσχοποιήσοιτε

μοσχοποιήσοιεν

부정사 μοσχοποιήσειν

분사 남성여성중성
μοσχοποιησων

μοσχοποιησοντος

μοσχοποιησουσα

μοσχοποιησουσης

μοσχοποιησον

μοσχοποιησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μοσχοποιήσομαι

μοσχοποιήσει, μοσχοποιήσῃ

μοσχοποιήσεται

쌍수 μοσχοποιήσεσθον

μοσχοποιήσεσθον

복수 μοσχοποιησόμεθα

μοσχοποιήσεσθε

μοσχοποιήσονται

기원법단수 μοσχοποιησοίμην

μοσχοποιήσοιο

μοσχοποιήσοιτο

쌍수 μοσχοποιήσοισθον

μοσχοποιησοίσθην

복수 μοσχοποιησοίμεθα

μοσχοποιήσοισθε

μοσχοποιήσοιντο

부정사 μοσχοποιήσεσθαι

분사 남성여성중성
μοσχοποιησομενος

μοσχοποιησομενου

μοσχοποιησομενη

μοσχοποιησομενης

μοσχοποιησομενον

μοσχοποιησομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION