Ancient Greek-English Dictionary Language

μονοειδής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μονοειδής μονοειδές

Structure: μονοειδη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: ei)=dos

Sense

  1. of one form or kind, uniform

Examples

  • "ἔσται δὲ μονοειδὴσ ὁ βίοσ καὶ τρόπον τινὰ μάτην τὸ σῶμα περικείσεται τῇ ψυχῇ· (Plutarch, Septem sapientium convivium, chapter, section 15 2:3)
  • αἷμα γὰρ ἂν ἦν οὕτωσ ἅπαντα τοῦ ζῳού τὰ μόρια, τὸ παρὰ τῆσ κυούσησ ἐπιρρέον τῷ σπέρματι, δίκην κηροῦ τινοσ ὕλη μία καὶ μονοειδὴσ ὑποβεβλημένη τῷ τεχνίτῃ. (Galen, On the Natural Faculties., B, section 315)
  • καὶ τότ’ ἄν τισ ἴδοι αὐτῆσ τὴν ἀληθῆ φύσιν, εἴτε πολυειδὴσ εἴτε μονοειδήσ, εἴτε ὅπῃ ἔχει καὶ ὅπωσ· (Plato, Republic, book 10 385:1)
  • Ὥσπερ δὲ τὸ παλαιὸν ἐν τῇ τραγῳδίᾳ πρότερον μὲν μόνοσ ὁ χορὸσ διεδραμάτιζεν, ὕστερον δὲ Θέσπισ ἕνα ὑποκριτὴν ἐξεῦρεν ὑπὲρ τοῦ διαναπαύεσθαι τὸν χορὸν καὶ δεύτερον Αἰσχύλοσ, τὸν δὲ τρίτον Σοφοκλῆσ καὶ συνεπλήρωσεν τὴν τραγῳδίαν, οὕτωσ καὶ τῆσ φιλοσοφίασ ὁ λόγοσ πρότερον μὲν ἦν μονοειδὴσ ὡσ ὁ φυσικόσ, δεύτερον δὲ Σωκράτησ προσέθηκε τὸν ἠθικόν, τρίτον δὲ Πλάτων τὸν διαλεκτικὸν καὶ ἐτελεσιούργησε τὴν φιλοσοφίαν. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, G, PLATWN 55:1)

Synonyms

  1. of one form or kind

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION