고전 발음: [] 신약 발음: []
Principal Part: μεταμελητικός μεταμελητική μεταμελητικόν
Structure: μεταμελητικ (Stem) + ος (Ending)
| Masculine | Feminine | Neuter | ||
|---|---|---|---|---|
| Singular | Nominative | μεταμελητικός | μεταμελητική | μεταμελητικόν |
| Genitive | μεταμελητικοῦ | μεταμελητικῆς | μεταμελητικοῦ | |
| Dative | μεταμελητικῷ | μεταμελητικῇ | μεταμελητικῷ | |
| Accusative | μεταμελητικόν | μεταμελητικήν | μεταμελητικόν | |
| Vocative | μεταμελητικέ | μεταμελητική | μεταμελητικόν | |
| Dual | N/A/V | μεταμελητικώ | μεταμελητικᾱ́ | μεταμελητικώ |
| G/D | μεταμελητικοῖν | μεταμελητικαῖν | μεταμελητικοῖν | |
| Plural | Nominative | μεταμελητικοί | μεταμελητικαί | μεταμελητικά |
| Genitive | μεταμελητικῶν | μεταμελητικῶν | μεταμελητικῶν | |
| Dative | μεταμελητικοῖς | μεταμελητικαῖς | μεταμελητικοῖς | |
| Accusative | μεταμελητικούς | μεταμελητικᾱ́ς | μεταμελητικά | |
| Vocative | μεταμελητικοί | μεταμελητικαί | μεταμελητικά | |
| Positive | Comparative | Superlative | |
|---|---|---|---|
| Adjective | μεταμελητικός μεταμελητικοῦ | μεταμελητικότερος μεταμελητικοτεροῦ | μεταμελητικότατος μεταμελητικοτατοῦ |
| Adverb | μεταμελητικώς | μεταμελητικότερον | μεταμελητικότατα |
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
Find this word at Perseus Greek Word Study Tool고전 발음: [] 신약 발음: []

이 저작물은 크리에이티브 커먼즈 저작자표시-비영리 4.0 국제 라이선스에 따라 이용할 수 있습니다.
bab2min@gmail.com
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기