헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μεσοτομέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μεσοτομέω μεσοτομήσω

형태분석: μεσοτομέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: from meso/tomos

  1. 양분하다
  1. to cut through the middle, cut in twain, bisect

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεσοτομῶ

(나는) 양분한다

μεσοτομεῖς

(너는) 양분한다

μεσοτομεῖ

(그는) 양분한다

쌍수 μεσοτομεῖτον

(너희 둘은) 양분한다

μεσοτομεῖτον

(그 둘은) 양분한다

복수 μεσοτομοῦμεν

(우리는) 양분한다

μεσοτομεῖτε

(너희는) 양분한다

μεσοτομοῦσιν*

(그들은) 양분한다

접속법단수 μεσοτομῶ

(나는) 양분하자

μεσοτομῇς

(너는) 양분하자

μεσοτομῇ

(그는) 양분하자

쌍수 μεσοτομῆτον

(너희 둘은) 양분하자

μεσοτομῆτον

(그 둘은) 양분하자

복수 μεσοτομῶμεν

(우리는) 양분하자

μεσοτομῆτε

(너희는) 양분하자

μεσοτομῶσιν*

(그들은) 양분하자

기원법단수 μεσοτομοῖμι

(나는) 양분하기를 (바라다)

μεσοτομοῖς

(너는) 양분하기를 (바라다)

μεσοτομοῖ

(그는) 양분하기를 (바라다)

쌍수 μεσοτομοῖτον

(너희 둘은) 양분하기를 (바라다)

μεσοτομοίτην

(그 둘은) 양분하기를 (바라다)

복수 μεσοτομοῖμεν

(우리는) 양분하기를 (바라다)

μεσοτομοῖτε

(너희는) 양분하기를 (바라다)

μεσοτομοῖεν

(그들은) 양분하기를 (바라다)

명령법단수 μεσοτόμει

(너는) 양분해라

μεσοτομείτω

(그는) 양분해라

쌍수 μεσοτομεῖτον

(너희 둘은) 양분해라

μεσοτομείτων

(그 둘은) 양분해라

복수 μεσοτομεῖτε

(너희는) 양분해라

μεσοτομούντων, μεσοτομείτωσαν

(그들은) 양분해라

부정사 μεσοτομεῖν

양분하는 것

분사 남성여성중성
μεσοτομων

μεσοτομουντος

μεσοτομουσα

μεσοτομουσης

μεσοτομουν

μεσοτομουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεσοτομοῦμαι

(나는) 양분된다

μεσοτομεῖ, μεσοτομῇ

(너는) 양분된다

μεσοτομεῖται

(그는) 양분된다

쌍수 μεσοτομεῖσθον

(너희 둘은) 양분된다

μεσοτομεῖσθον

(그 둘은) 양분된다

복수 μεσοτομούμεθα

(우리는) 양분된다

μεσοτομεῖσθε

(너희는) 양분된다

μεσοτομοῦνται

(그들은) 양분된다

접속법단수 μεσοτομῶμαι

(나는) 양분되자

μεσοτομῇ

(너는) 양분되자

μεσοτομῆται

(그는) 양분되자

쌍수 μεσοτομῆσθον

(너희 둘은) 양분되자

μεσοτομῆσθον

(그 둘은) 양분되자

복수 μεσοτομώμεθα

(우리는) 양분되자

μεσοτομῆσθε

(너희는) 양분되자

μεσοτομῶνται

(그들은) 양분되자

기원법단수 μεσοτομοίμην

(나는) 양분되기를 (바라다)

μεσοτομοῖο

(너는) 양분되기를 (바라다)

μεσοτομοῖτο

(그는) 양분되기를 (바라다)

쌍수 μεσοτομοῖσθον

(너희 둘은) 양분되기를 (바라다)

μεσοτομοίσθην

(그 둘은) 양분되기를 (바라다)

복수 μεσοτομοίμεθα

(우리는) 양분되기를 (바라다)

μεσοτομοῖσθε

(너희는) 양분되기를 (바라다)

μεσοτομοῖντο

(그들은) 양분되기를 (바라다)

명령법단수 μεσοτομοῦ

(너는) 양분되어라

μεσοτομείσθω

(그는) 양분되어라

쌍수 μεσοτομεῖσθον

(너희 둘은) 양분되어라

μεσοτομείσθων

(그 둘은) 양분되어라

복수 μεσοτομεῖσθε

(너희는) 양분되어라

μεσοτομείσθων, μεσοτομείσθωσαν

(그들은) 양분되어라

부정사 μεσοτομεῖσθαι

양분되는 것

분사 남성여성중성
μεσοτομουμενος

μεσοτομουμενου

μεσοτομουμενη

μεσοτομουμενης

μεσοτομουμενον

μεσοτομουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεσοτομήσω

(나는) 양분하겠다

μεσοτομήσεις

(너는) 양분하겠다

μεσοτομήσει

(그는) 양분하겠다

쌍수 μεσοτομήσετον

(너희 둘은) 양분하겠다

μεσοτομήσετον

(그 둘은) 양분하겠다

복수 μεσοτομήσομεν

(우리는) 양분하겠다

μεσοτομήσετε

(너희는) 양분하겠다

μεσοτομήσουσιν*

(그들은) 양분하겠다

기원법단수 μεσοτομήσοιμι

(나는) 양분하겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοις

(너는) 양분하겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοι

(그는) 양분하겠기를 (바라다)

쌍수 μεσοτομήσοιτον

(너희 둘은) 양분하겠기를 (바라다)

μεσοτομησοίτην

(그 둘은) 양분하겠기를 (바라다)

복수 μεσοτομήσοιμεν

(우리는) 양분하겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοιτε

(너희는) 양분하겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοιεν

(그들은) 양분하겠기를 (바라다)

부정사 μεσοτομήσειν

양분할 것

분사 남성여성중성
μεσοτομησων

μεσοτομησοντος

μεσοτομησουσα

μεσοτομησουσης

μεσοτομησον

μεσοτομησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μεσοτομήσομαι

(나는) 양분되겠다

μεσοτομήσει, μεσοτομήσῃ

(너는) 양분되겠다

μεσοτομήσεται

(그는) 양분되겠다

쌍수 μεσοτομήσεσθον

(너희 둘은) 양분되겠다

μεσοτομήσεσθον

(그 둘은) 양분되겠다

복수 μεσοτομησόμεθα

(우리는) 양분되겠다

μεσοτομήσεσθε

(너희는) 양분되겠다

μεσοτομήσονται

(그들은) 양분되겠다

기원법단수 μεσοτομησοίμην

(나는) 양분되겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοιο

(너는) 양분되겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοιτο

(그는) 양분되겠기를 (바라다)

쌍수 μεσοτομήσοισθον

(너희 둘은) 양분되겠기를 (바라다)

μεσοτομησοίσθην

(그 둘은) 양분되겠기를 (바라다)

복수 μεσοτομησοίμεθα

(우리는) 양분되겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοισθε

(너희는) 양분되겠기를 (바라다)

μεσοτομήσοιντο

(그들은) 양분되겠기를 (바라다)

부정사 μεσοτομήσεσθαι

양분될 것

분사 남성여성중성
μεσοτομησομενος

μεσοτομησομενου

μεσοτομησομενη

μεσοτομησομενης

μεσοτομησομενον

μεσοτομησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμεσοτόμουν

(나는) 양분하고 있었다

ἐμεσοτόμεις

(너는) 양분하고 있었다

ἐμεσοτόμειν*

(그는) 양분하고 있었다

쌍수 ἐμεσοτομεῖτον

(너희 둘은) 양분하고 있었다

ἐμεσοτομείτην

(그 둘은) 양분하고 있었다

복수 ἐμεσοτομοῦμεν

(우리는) 양분하고 있었다

ἐμεσοτομεῖτε

(너희는) 양분하고 있었다

ἐμεσοτόμουν

(그들은) 양분하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμεσοτομούμην

(나는) 양분되고 있었다

ἐμεσοτομοῦ

(너는) 양분되고 있었다

ἐμεσοτομεῖτο

(그는) 양분되고 있었다

쌍수 ἐμεσοτομεῖσθον

(너희 둘은) 양분되고 있었다

ἐμεσοτομείσθην

(그 둘은) 양분되고 있었다

복수 ἐμεσοτομούμεθα

(우리는) 양분되고 있었다

ἐμεσοτομεῖσθε

(너희는) 양분되고 있었다

ἐμεσοτομοῦντο

(그들은) 양분되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION