헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

μαρμαίρω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: μαρμαίρω

형태분석: μαρμαίρ (어간) + ω (인칭어미)

어원: only in pres. and imperf.

  1. 반짝이다, 빛나다, 번쩍이다, 찬란하다, 다시 빛나다
  1. I flash, sparkle, glisten, gleam (especially of metal)

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μαρμαίρω

(나는) 반짝인다

μαρμαίρεις

(너는) 반짝인다

μαρμαίρει

(그는) 반짝인다

쌍수 μαρμαίρετον

(너희 둘은) 반짝인다

μαρμαίρετον

(그 둘은) 반짝인다

복수 μαρμαίρομεν

(우리는) 반짝인다

μαρμαίρετε

(너희는) 반짝인다

μαρμαίρουσιν*

(그들은) 반짝인다

접속법단수 μαρμαίρω

(나는) 반짝이자

μαρμαίρῃς

(너는) 반짝이자

μαρμαίρῃ

(그는) 반짝이자

쌍수 μαρμαίρητον

(너희 둘은) 반짝이자

μαρμαίρητον

(그 둘은) 반짝이자

복수 μαρμαίρωμεν

(우리는) 반짝이자

μαρμαίρητε

(너희는) 반짝이자

μαρμαίρωσιν*

(그들은) 반짝이자

기원법단수 μαρμαίροιμι

(나는) 반짝이기를 (바라다)

μαρμαίροις

(너는) 반짝이기를 (바라다)

μαρμαίροι

(그는) 반짝이기를 (바라다)

쌍수 μαρμαίροιτον

(너희 둘은) 반짝이기를 (바라다)

μαρμαιροίτην

(그 둘은) 반짝이기를 (바라다)

복수 μαρμαίροιμεν

(우리는) 반짝이기를 (바라다)

μαρμαίροιτε

(너희는) 반짝이기를 (바라다)

μαρμαίροιεν

(그들은) 반짝이기를 (바라다)

명령법단수 μάρμαιρε

(너는) 반짝여라

μαρμαιρέτω

(그는) 반짝여라

쌍수 μαρμαίρετον

(너희 둘은) 반짝여라

μαρμαιρέτων

(그 둘은) 반짝여라

복수 μαρμαίρετε

(너희는) 반짝여라

μαρμαιρόντων, μαρμαιρέτωσαν

(그들은) 반짝여라

부정사 μαρμαίρειν

반짝이는 것

분사 남성여성중성
μαρμαιρων

μαρμαιροντος

μαρμαιρουσα

μαρμαιρουσης

μαρμαιρον

μαρμαιροντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 μαρμαίρομαι

(나는) 반짝여진다

μαρμαίρει, μαρμαίρῃ

(너는) 반짝여진다

μαρμαίρεται

(그는) 반짝여진다

쌍수 μαρμαίρεσθον

(너희 둘은) 반짝여진다

μαρμαίρεσθον

(그 둘은) 반짝여진다

복수 μαρμαιρόμεθα

(우리는) 반짝여진다

μαρμαίρεσθε

(너희는) 반짝여진다

μαρμαίρονται

(그들은) 반짝여진다

접속법단수 μαρμαίρωμαι

(나는) 반짝여지자

μαρμαίρῃ

(너는) 반짝여지자

μαρμαίρηται

(그는) 반짝여지자

쌍수 μαρμαίρησθον

(너희 둘은) 반짝여지자

μαρμαίρησθον

(그 둘은) 반짝여지자

복수 μαρμαιρώμεθα

(우리는) 반짝여지자

μαρμαίρησθε

(너희는) 반짝여지자

μαρμαίρωνται

(그들은) 반짝여지자

기원법단수 μαρμαιροίμην

(나는) 반짝여지기를 (바라다)

μαρμαίροιο

(너는) 반짝여지기를 (바라다)

μαρμαίροιτο

(그는) 반짝여지기를 (바라다)

쌍수 μαρμαίροισθον

(너희 둘은) 반짝여지기를 (바라다)

μαρμαιροίσθην

(그 둘은) 반짝여지기를 (바라다)

복수 μαρμαιροίμεθα

(우리는) 반짝여지기를 (바라다)

μαρμαίροισθε

(너희는) 반짝여지기를 (바라다)

μαρμαίροιντο

(그들은) 반짝여지기를 (바라다)

명령법단수 μαρμαίρου

(너는) 반짝여져라

μαρμαιρέσθω

(그는) 반짝여져라

쌍수 μαρμαίρεσθον

(너희 둘은) 반짝여져라

μαρμαιρέσθων

(그 둘은) 반짝여져라

복수 μαρμαίρεσθε

(너희는) 반짝여져라

μαρμαιρέσθων, μαρμαιρέσθωσαν

(그들은) 반짝여져라

부정사 μαρμαίρεσθαι

반짝여지는 것

분사 남성여성중성
μαρμαιρομενος

μαρμαιρομενου

μαρμαιρομενη

μαρμαιρομενης

μαρμαιρομενον

μαρμαιρομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμάρμαιρον

(나는) 반짝이고 있었다

ἐμάρμαιρες

(너는) 반짝이고 있었다

ἐμάρμαιρεν*

(그는) 반짝이고 있었다

쌍수 ἐμαρμαίρετον

(너희 둘은) 반짝이고 있었다

ἐμαρμαιρέτην

(그 둘은) 반짝이고 있었다

복수 ἐμαρμαίρομεν

(우리는) 반짝이고 있었다

ἐμαρμαίρετε

(너희는) 반짝이고 있었다

ἐμάρμαιρον

(그들은) 반짝이고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐμαρμαιρόμην

(나는) 반짝여지고 있었다

ἐμαρμαίρου

(너는) 반짝여지고 있었다

ἐμαρμαίρετο

(그는) 반짝여지고 있었다

쌍수 ἐμαρμαίρεσθον

(너희 둘은) 반짝여지고 있었다

ἐμαρμαιρέσθην

(그 둘은) 반짝여지고 있었다

복수 ἐμαρμαιρόμεθα

(우리는) 반짝여지고 있었다

ἐμαρμαίρεσθε

(너희는) 반짝여지고 있었다

ἐμαρμαίροντο

(그들은) 반짝여지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τὸ δ’ ἐπὶ τούτῳ παραλαμβανόμενον κῶλον ἐξ ἀναπαίστων σύγκειται ῥυθμῶν καὶ προάγει μέχρι ποδῶν ὀκτὼ τὸ αὐτὸ σχῆμα διασῷζον περὶ τοῦ Χερόνησον ἔχειν ὑμᾶσ ἀσφαλῶσ καὶ μὴ παρακρουσθέντασ, ὅμοιον τῷ παρ’ Εὐριπίδῃ τῷδε βασιλεῦ χώρασ τῆσ πολυβώλου Κισσεῦ, πεδίον πυρὶ μαρμαίρει. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2546)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2546)

  • διὸ καὶ ἐπὶ τοῖσ τοιούτοισ σεμνυνόμενόσ φησιν μαρμαίρει δὲ μέγασ δόμοσ χαλκῷ· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 23 2:1)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 14, book 14, chapter 23 2:1)

유의어

  1. 반짝이다

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION